Μικρός οδηγός της Θεσσαλονίκης: Όσα δε θα σου πει κανείς (Part 1)

Κάθε μέρα που περνάει και ο κορωνοϊός συνεχίζει να βρίσκεται στις ζωές μας και να απασχολεί ένα μεγάλο τμήμα της επικαιρότητας, μια σκέψη έρχεται και ξαναέρχεται διαρκώς στο μυαλό όλων: πότε επιτέλους θα αποτελέσει παρελθόν αυτή η ιστορία; Το ψυχολογικό βάρος μάλιστα, πολλαπλασιάζεται αν αναλογιστεί κανείς πως στα τέλη Μαΐου τα κρούσματα είχαν αρχίσει να πέφτουν τόσο πολύ σε αριθμούς, που θα περίμενε κανείς πως με την είσοδο του φθινοπώρου η κατάσταση θα είναι ελεγχόμενη στην χειρότερη περίπτωση (αφού όπως μας έλεγαν οι ειδικοί η ζέστη θα αναχαίτιζε τον ιό το καλοκαίρι).

Αυτό το πισωγύρισμα όσον αφορά στους αριθμούς των κρουσμάτων είναι που προβληματίζει κυβέρνηση και επιστήμονες. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει πως είναι όλες οι περιοχές της Ελλάδας στην ίδια μοίρα. Διότι μπορεί τα ημερήσια νούμερα κρουσμάτων να βρίσκονται σταθερά σε τριψήφιο αριθμό πανελλαδικά, αλλά αν ρίξει κανείς μια πιο προσεκτική ματιά στην γεωγραφική τους κατανομή, θα αντιληφθεί πως υπάρχει μια πόλη της χώρας, που μοιάζει να αποτελεί τρανταχτή εξαίρεση στον κανόνα των πολλών κρουσμάτων.

Η «συμπρωτεύουσα» Θεσσαλονίκη μπορεί να χαμογελά και να περηφανεύεται ότι στην περίπτωση της η νίκη απέναντι στον αόρατο εχθρό δεν έτυχε, αλλά πέτυχε. Σε αντίθεση με τις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας, το φθινόπωρο έχει βρει την πόλη του Λευκού Πύργου να μετράει κάθε μέρα έναν εξαιρετικά μικρό αριθμό κρουσμάτων. Είναι χαρακτηριστικό πως ενώ την τελευταία μέρα του Σεπτέμβρη τα καταγεγραμμένα κρούσματα σε όλη την χώρα έφτασαν τα 354, στη Θεσσαλονίκη ανιχνεύθηκαν μόλις 12!

Βέβαια, πολλές φορές η στείρα παράθεση των αριθμών είναι ο καλύτερος τρόπος να πεις ψέματα: ένας τόσο μικρός αριθμός κρουσμάτων θα μπορούσε να είναι πλασματικός ως προς την αληθινή σημασία της κατάστασης αν αφορούσε μια μικρή πόλη. Όμως, εδώ δεν μιλάμε για μια μικρή πόλη. Μιλάμε για την Θεσσαλονίκη, την δεύτερη δηλαδή μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας. Τα 12 κρούσματα μάλιστα που καταγράφηκαν στην πόλη με το τέλος του Σεπτέμβρη, είναι ανεβασμένα σε σχέση με τις προηγούμενες μέρες! Με άλλα λόγια, τα ποσοστά της Θεσσαλονίκης έχουν εδραιωθεί σε τόσο χαμηλά νούμερα, που τα 12 είναι αρνητικό ρεκόρ των τελευταίων ημέρων!

Και υπάρχει μάλιστα και επιστημονική τεκμηρίωση της άποψης ότι η Θεσσαλονίκη είναι σχεδόν καθαρή απ’ τον ιό. Σύμφωνα με τα όσα είπε στο voria.gr ο Νίκος Παπαϊωάννου, πρύτανης του ΑΠΘ εδώ και αρκετές μέρες ο ιός είναι σε αρκετά χαμηλά επίπεδα: «Εδώ και αρκετές ημέρες τα επίπεδα του ιού στα λύματα της πόλης είναι σε χαμηλά επίπεδα, ανάλογα με αυτά τα οποία είχαμε κατά το πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου. Υπάρχουν μέρες που στα δείγματα δεν ανιχνεύεται καθόλου».

Το πιο εντυπωσιακό από όλα είναι πως η Θεσσαλονίκη είναι από τις πόλεις που πλήρωσε όσο λίγες στην χώρα το άνοιγμα του τουρισμού. Η Χαλκιδική, τόπος εξαιρετικά τουριστικός τους καλοκαιρινούς μήνες, υπήρξε η καρδιά του προβλήματος την τουριστική περίοδο καθώς εξαιτίας της, τα κρούσματα εκτοξεύτηκαν. Κι όμως, η κατάσταση ήρθε τούμπα μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα: πλέον, η Θεσσαλονίκη μπορεί να περηφανεύεται πως κοιτάει στα μάτια τον κορωνοϊό και βγαίνει νικήτρια στη μάχη μαζί του.

Το θαύμα της συμπρωτεύουσας: Οι 2 λόγοι που η Θεσσαλονίκη εξαφάνισε τον κορωνοϊό

Την ίδια στιγμή, η Αθήνα αντιμετωπίζει μεγάλο πρόβλημα και σε μεγάλο βαθμό αυτό οφείλεται στον συνωστισμό στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, συνθήκη που η Θεσσαλονίκη είναι σε θέση να αποφύγει καθώς λόγω των μικρότερων αποστάσεών της, ο κόσμος έχει την ευχέρεια να μην στοιβάζεται στα λεωφορεία. Ωστόσο πέρα από αυτόν τον αντικειμενικό παράγοντα που διαφοροποιεί τα δεδομένα ανάμεσα σε πρωτεύουσα και συμπρωτεύουσα, υπάρχει και ένας υποκειμενικός παράγοντας που οι κάτοικοι της Αθήνας θα πρέπει να δουν και να παραδειγματιστούν όσον αφορά την θετική κατάσταση στη Θεσσαλονίκη.

Οι Αθηναίοι μοιάζουν να μην μπορούν με τίποτα να πειθαρχήσουν όσον αφορά την παρουσία τους σε δημόσιους χώρους: οι πλατείες της Αθήνας γεμίζουν ασφυκτικά από κόσμο που εκμεταλλεύεται τις όμορφες, φθινοπωρινές νύχτες, πίνει μπύρες σε σκαλάκια εκκλησιών και παγκάκια πλατειών και κάθε βράδυ, σε πολύ συγκεκριμένα σημεία επικρατεί το «έλα να δεις» από ανθρώπους που συμπεριφέρονται όπως πριν την πανδημία, αγνοώντας επιδεικτικά τις οδηγίες των γιατρών.

Στη Θεσσαλονίκη από την άλλη, η πειθαρχία βρίσκεται σε πολύ υψηλότερα επίπεδα. Τα λεγόμενα «αράγματα» στους δημόσιους χώρους γίνονται με πολύ μεγαλύτερο μέτρο, οι υπερβολικοί συνωστισμοί δεν αποτελούν καθημερινό φαινόμενο και γενικά, οι πολίτες δείχνουν μια ξεκάθαρα μεγαλύτερη ευθύνη. Κι αν ο συνωστισμός στα ΜΜΜ είναι κάτι που μοιάζει αδύνατο να αποφευχθεί στην Αθήνα (μιλάμε ασφαλώς για τεράστια ευθύνη του κράτους κι όχι του πολίτη), τα πάρτι και οι μαζώξεις στις πλατείες μπορούν και πρέπει να σταματήσουν. Η Θεσσαλονίκη είναι ο οδηγός προς αυτή την κατεύθυνση αλλά και το έμπρακτο παράδειγμα για τα θετικά αποτελέσματα που μπορούν να προκύψουν αν υπάρχει θέληση και πειθαρχεία.