Η μοιραία μέρα για τον Κουφοντίνα θα «αναβιώσει» τη θανατική ποινή στην Ελλάδα

Ο Δημήτρης Κουφοντίνας έχει εκτίσει 18 χρόνια στη φυλακή, εκ των οποίων 16 στον Κορυδαλλό και δύο στις αγροτικές φυλακές του Βόλου, όπου οι συνθήκες διαβίωσης ήταν ομολογουμένως αναντίστοιχες με την ποινική υπόσταση του.

Ως γνωστόν βέβαια, δεν ζητά να επιστρέψει εκεί, αλλά να μεταφερθεί από τις φυλακές Δομοκού στην αντιτρομοκρατική πτέρυγα Κορυδαλλού, όπου εξέτιε την ποινή του μαζί με άλλα μέλη της 17 Νοέμβρη προτού μεταχθεί στις φυλακές της Κασσαβέτειας.

Δίκαιο ή όχι το αίτημα του, αυτή τη στιγμή δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία. Παρεμπιπτόντως, η επιστολή – έκκληση που συνυπογράφουν 888 νομικοί και απομένει να σταλεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης κάνει λόγο για «ανασφάλεια δικαίου» και «πρωτοφανή έλλειψη διαφάνειας». Εξηγώντας ότι ο κρατούμενος θα έπρεπε, σε κάθε περίπτωση, να έχει στη διάθεσή του τις αποφάσεις της Διοίκησης (της ΓΓ Αντεγκληματικής Πολιτικής και της Κεντρικής Επιτροπής Μεταγωγών) για να γνωρίσει το σκεπτικό μεταγωγής του και να μπορεί να τις προσβάλει, κάτι που δεν έχει συμβεί «παρά τις σχετικές συστάσεις του Συνηγόρου του Πολίτη».

Ακόμα όμως και αν το ζήτημα ήταν πιο μπερδεμένο απ’ ότι φαίνεται τελικά ότι (δεν) είναι, το μοναδικό διακύβευμα που έχει σημασία είναι η αποτροπή θανάτου του πολυισοβίτη, έστω στο παρά ένα. «Όποια και αν ήταν η άποψή μας για τα όσα προηγήθηκαν, πλέον μετριόμαστε με μοναδικό ζύγι τη διατήρηση της ζωής», αναφέρουν επίσης στην επιστολή τους οι νομικοί, προσθέτοντας ότι «τυχόν επιμονή της κυβέρνησης στην αδιάλλακτη στάση της θα σημάνει από πλευράς εκτελεστικής εξουσίας την άρρητη επιβολή θανατικής ποινής».

Είναι τουλάχιστον αναχρονιστικό να συζητάμε εν έτει 2021 για το αν πρέπει να αφεθεί να πεθάνει ο Κουφοντίνας. Και είναι προϊόν ιδεοληπτικής αναλγησίας το ότι έχει αφεθεί η ζωή του να κρέμεται από μία κλωστή ύστερα από 48 ημέρες απεργίας πείνας, με μοναδική εκ των άνωθεν παρέμβαση την καθ’ όλα αμφιλεγόμενη εισαγγελική διάταξη για αναγκαστική σίτισή του.

Αυτό που δεν φαίνεται να έχουν συνειδητοποιήσει οι κυβερνώντες είναι ότι η ανάγκη για τη συνέχιση της βαριάς επικοινωνιακής επένδυσης στο «νόμος και τάξη» θα έπρεπε να παραμεριστεί προ του κινδύνου να πεθάνει στα «χέρια» της ένας κρατούμενος από λιμοκτονία.

Διότι ακόμα και υπό το πρίσμα της πολιτικής σκοπιμότητας να το δούμε, η Νέα Δημοκρατία μόνο να χάσει έχει από μια τέτοια εξέλιξη. Εκτός του ότι ο Κουφοντίνας θα «ηρωποιηθεί» από τους ιδεολογικά οικείους του και θα γίνει για πολλούς άλλους σύμβολο κατά του κρατικού αυταρχισμού, θα συνδεθεί ιστορικά με τη ρετσινιά του πρώτου θανάτου στην Ελλάδα από απεργία πείνας. Δεν χρειάζεται κάποιος να έχει αφίσα στο δωμάτιο τον «Λουκά» της 17 Νοέμβρη για να αντιληφθεί ότι η προάσπιση του κράτους δικαίου και των δημοκρατικών αρχών απαιτούν τη διάσωση ενός ανθρώπου που κυριολεκτικά στραγγίζει μέρα με τη μέρα, βαδίζοντας σε ένα μαρτυρικό θάνατο. Και ούτε να έχει μεγάλη φαντασία για να προβλέψει ότι σε περίπτωση που η κυβέρνηση εμμείνει στην ακατανόητα άτεγκτη στάση της θα επιτρέψει σε όσους την περιμένουν στη γωνία να αναβιώσουν εν μια νυκτί συνθήματα τύπου «ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά».

Για όσους επιμένουν να προσεγγίζουν με κομματικά γυαλιά το ζήτημα, ας τους θυμίσουμε ότι ο εκ των καταλυτών του δημοκρατικού πολιτεύματος, Στυλιανός Παττακός, εξέτισε 16 χρόνια και αποφυλακίστηκε κάνοντας χρήση της ευνοϊκής διάταξης (περί «ανηκέστου βλάβης της υγείας») το 1990, για να ζήσει άλλα 26 χρόνια εκτός φυλακής. Καθώς και ότι η θανατική ποινή, με την οποία κινδυνεύει να «λερώσει» τα χέρια της η κυβέρνηση, καταργήθηκε στην Ελλάδα επί χούντας, το 1972.

Αυτό θα έπρεπε πρωτίστως να το γνωρίζει η Γενική Γραμματέας Αντεγκληματικής Πολιτικής, Σοφία Νικολάου, ώστε τυχόν να αποφύγει την ατυχέστατη δήλωση περί κινδύνου εκβιασμού της Πολιτείας και από στελέχη της Χρυσής Αυγής. Βάζοντας η ίδια ιδεολογικό πρόσημο σε μια υπόθεση που αν τελικά έχει την απευκταία κατάληξη, δεν θα έχει… ιδέα με ποιον τρόπο να διαχειριστεί.

Και σίγουρα, σε μια τέτοια περίπτωση, το τελευταίο που θα την… ανακουφίσει θα είναι η σκέψη ότι ο θάνατος του Κουφοντίνα απέτρεψε τον Μιχαλολιάκο, τον Κασιδιάρη και τους συν αυτώ να ακολουθήσουν το παράδειγμα του.