Δεν φταίνε οι «προκλητικές γυναίκες», φταίνε ΜΟΝΟ οι βιαστές
Βρείτε μας στο
Επικαιρότητα

Δεν φταίνε οι «προκλητικές γυναίκες», φταίνε ΜΟΝΟ οι βιαστές

Με αφορμή την υπόθεση Σεμέδο, ένα σωρό παλιά επιχειρήματα υπεράσπισης του βιασμού βγήκαν ξανά στη φόρα...

Η είδηση έπεσε σαν βόμβα στον μικρόκοσμο του ελληνικού ποδοσφαίρου: ο στόπερ του Ολυμπιακού, Ρούμπεν Σεμέδο καταγγέλθηκε για βιασμό στις αρχές από μια 17χρονη. Βαρύγδουπη και μεγαλόστομη παρουσίαση της είδησης, έτσι δεν είναι; Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει πως ανταποκρίνεται και στον τρόπο που εκλήφθηκε το περιστατικό για όσους ζουν σε αυτή την κοινωνία, σε αυτή την πραγματικότητα. Ας είμαστε ειλικρινείς: δεν είναι πρωτότυπη η είδηση πως μια γυναίκα (για την ακρίβεια, ένα κορίτσι στην προκειμένη περίπτωση) έπεσε θύμα βιασμού.

Όπως σε κάθε τέτοια περίπτωση φυσικά έτσι και σε αυτή, η παρακολούθηση του δημοσίου διαλόγου που σηκώνει το ζήτημα είναι αρκετή για να βγουν ορισμένα συμπεράσματα. Κυρίως, αυτό που γίνεται κατανοητό είναι ακριβώς το γιατί έχουμε βαρεθεί να ακούμε για κακοποιήσεις γυναικών, για βιασμούς, τελευταία όλο και περισσότερο ακόμα και για δολοφονίες. Ναι, μια μικρή ματιά στον τρόπο που ο κόσμος αναλύει το περιστατικό δίνει και την απάντηση για αυτή την συχνότητα: διότι πολύ απλά τα αντανακλαστικά (αυθαίρετης) υπεράσπισης του θύτη και ταυτόχρονα, της αμφισβήτησης της αφήγησης του θύματος είναι εξαιρετικά καλοδουλεμένα στην ελληνική κοινωνία.

Στο νομικό σκέλος της υπόθεσης βέβαια, όπως είναι απόλυτα λογικό, συγκρούεται ένας λόγος με έναν άλλο λόγο. Η κοπέλα που κινήθηκε δικαστικά εναντίον του Σεμέδο λέει πως αφού εκείνη και η φίλη της γνωρίστηκε με τον ποδοσφαιριστή και την παρέα του σε κάποιο μαγαζί, αφού όλη η παρέα οδηγήθηκε στο σπίτι του Πορτογάλου, εκεί βρέθηκε αναίσθητη σε ένα κρεβάτι και υπέστη ομαδικό βιασμό. Η πλευρά του Σεμέδο από την άλλη ισχυρίζεται πως το συγκεκριμένο γεγονός ήταν μια σεξουαλική πράξη απόλυτα συναινετική – πρόκειται για τη λογική και αυτονόητη υπερασπιστική γραμμή.

Το πραγματικά σοκαριστικό της υπόθεσης ωστόσο είναι πως ένα σωρό κόσμος είναι έτοιμος να αποδεχθεί ως λογική αλήθεια την υπερασπιστική θέση του Σεμέδο και να απορρίψει ως απροκάλυπτο και κακοσχηματισμένο ψέμα την αφήγηση της κοπέλας. Μια ματιά στα social media και το πως γίνεται αντικείμενο σχολιασμού το γεγονός αποκαλύπτει αυτή την τάση: «πως γίνεται να μην έγινε με την συναίνεση της κοπέλας το περιστατικό εφόσον η ίδια παραδέχεται πως συναινετικά πήγε στο σπίτι του Σεμέδο;», είναι το βαθυστόχαστο ερώτημα στα χείλη διάφορων.

 

Η θέση αυτή φλερτάρει με το γνωστό «τα ήθελε και εκείνη» που ακούμε κατά κόρον για περιπτώσεις βιασμού αλλά δεν ταυτίζεται ακριβώς. Το «τα ήθελε και εκείνη» είναι θεωρητικά πιο «αθώο» διότι δεν αμφισβητεί πως πράγματι υπήρξε βιασμός αλλά κριτικάρει ως αφελές το θύμα που «θα έπρεπε να προσέχει». Ακόμα και αν κρύβεται μια αλήθεια πίσω από αυτό (το «να προσέχει» μια γυναίκα είναι όντως αναγκαιότητα, άσχετα αν δεν θα έπρεπε να είναι υποχρεωμένη να το κάνει σε μια υγιή συνθήκη) το να είναι αυτή η πρωταρχική τοποθέτηση για μια περίπτωση βιασμού αποτελεί μια υπόγεια δικαιολόγησή του: η ευθύνη μετατίθεται στην απροσεξία και την αφέλεια του θύματος αντί να επικεντρωθεί στην κουλτούρα του βιαστή. Έτσι η τελευταία μένει ανέγγιχτη. Είναι σαν να λέμε «δεν χρειάζεται να πάψουν να υπάρχουν βιαστές αλλά να προσέχουν περισσότερο οι γυναίκες». Όμως το δεύτερο σκέλος αυτής της πρότασης (θα έπρεπε να) είναι περιττό.

Εδώ ωστόσο έχουμε να κάνουμε με μια ακόμα θέση, που αναπτύσσεται παραπλεύρως. Το σκεπτικό πάει ως εξής: το κορίτσι μίλησε με τον Σεμέδο στο μπαράκι συναινετικά και όχι με το ζόρι. Πήγε στο σπίτι του συναινετικά και όχι με το ζόρι. Ήπιε και μέθυσε συναινετικά και όχι με το ζόρι. Άρα με ποια λογική το σεξ δεν ήταν επίσης συναινετικό; Είναι δυνατόν να έχουν προηγηθεί τόσες συναινέσεις και ξαφνικά μια άρνηση; Μήπως κάποιο λάκκο έχει η φάβα; Κι όμως δεν χρειάζονται καν ιδιαίτερα επιχειρήματα για να αποδομηθεί αυτό το σκεπτικό ως βαρβάτο άλμα λογικής: όχι, κανένα «Ναι» δεν οδηγεί αυτόματα σε κάποιο άλλο «Ναι». Οι άνθρωποι μπορεί να συναινούμε σε μια πράξη, σε ένα γεγονός, σε μια κατάσταση και αυτόματα να αρνούμαστε μια άλλη πράξη, ένα άλλο γεγονός, μια άλλη κατάσταση.

Το γεγονός ότι αυτή η τόσο απλή και αυταπόδεικτη αλήθεια αμφισβητείται μόνο στο ζήτημα του βιασμού είναι μια από τις βασικές εστίες μισογυνισμού στις κοινωνίες και κατ’ επέκταση, ο λόγος που η κουλτούρα του βιασμού ζει και βασιλεύει. Με αφορμή την υπόθεση Σεμέδο οφείλουμε να το θυμηθούμε: πρέπει να αποδομούμε αυτά τα αστεία επιχειρήματα με κάθε ευκαιρία. Αν δεν το κάνουμε όλο και πιο πολύ κανονικοποιημένος θα θεωρείται ο βιασμός.