Όταν δεν τολμάς να αναγνωρίσεις ότι το λάθος είναι δικό σου κι όχι της Καρυστιανού…

Το ενδεχόμενο να μην άλλαξε δεν το ‘χουμε σκεφτεί καθόλου...

Συμβαίνει συχνά, είναι ίδιον της ανθρώπινης φύσης. Μας αρέσει να τρέχουμε πίσω από ηγέτες, έχουμε ανάγκη να αισθανόμαστε πως υπάρχουν κάποιοι εκεί έξω που μας προστατεύουν – ακόμα καλύτερα αν υπάρχει κάποιο δίπολο ώστε να λειτουργεί συγκριτικά. Οι ψυχολόγοι θα μας έλεγαν πως όλο αυτό προκύπτει επειδή χρειαζόμαστε κάτι να μας προσφέρει ασφάλεια, κάτι που θα δώσει νόημα στο σύνολο.

Στην πολιτική, αυτό ντύνεται με το μανδύα του «σωτήρα». Του ανθρώπου εκείνου που θα έρθει ξαφνικά, καβάλα σε άσπρο άλογο θα τον φανταζόταν ενδεχομένως ένας συγγραφέας αλλοτινής εποχής, και θα τα φτιάξει όλα. Θα διορθώσει αδικίες, θα σαρώσει με πύρινη ορμή τους διεφθαρμένους πολιτικούς που «φταίνε για το χάλι μας» και μεμιάς θα κάνει την Ελλάδα επί Γης παράδεισο.

Είναι τόσο μεγάλη και διαχρονική η απογοήτευση μεγάλης μερίδας των ψηφοφόρων ώστε δεν μπορείς παρά να το καταλάβεις ως (επαναλαμβανόμενο) μοτίβο. Ωστόσο ακριβώς αυτή η ανάγκη γεννάει υπερβολικές προσδοκίες. Βάρη που δεν υπάρχει κάποιος εκεί έξω ικανός να σηκώσει. Το παράδειγμα της Μαρίας Καρυστιανού έρχεται να το συνοψίσει.

Είναι μια γυναίκα που χαράκτηκε, μια για πάντα, από τη μεγαλύτερη δυνατή τραγωδία για ένα γονιό. Να χάσει το παιδί του. Το ότι αυτό συνέβη εξαιτίας μιας μεγάλης εθνικής πληγής, όπως ήταν το δυστύχημα στα Τέμπη, έκανε το δικό της ανείπωτο πόνο, κομμάτι των πολλών.

Η πλειονότητα την αντιμετώπισε με μεγάλη στοργή, τρυφερότητα και ενσυναίσθηση. Ακόμα περισσότερο όταν αποδείχθηκε πως η Μαρία Καρυστιανού είχε την ικανότητα να ντύσει με λόγια τις σκέψεις και τα συναισθήματα του κόσμου γι’ αυτήν την τραγωδία. Έγινε σύμβολο. Και οι επιθέσεις εναντίον της, με ειρωνικά σχολάκια περί «χαροκαμένης φίρμας που γλεντάει», όπως το είχε θέσει ο Γρηγόρης Ψαριανός κάποια στιγμή, ενέτειναν την αγάπη προς το πρόσωπό της. «Την πολεμάει το σύστημα», έβγαλαν πολλοί το συμπέρασμα.

Σταδιακά και η ίδια φαίνεται πως παρασύρθηκε από την ένταση του φαινομένου, από το μέγεθος των προσδοκιών που εναπόθεσαν πάνω της. Γι’ αυτό και πρόσφατα ξεκίνησε τη διαδικασία για να κατεβεί επίσημα στην πολιτική. Μέσα από το δικό της κόμμα.

Πάρα πολλοί έσπευσαν να πανηγυρίσουν, να ταχθούν στο πλευρό της. Χωρίς να γνωρίζουν όμως τίποτα το ουσιώδες από πλευράς πολιτικής στόχευσης. Ήτοι ποια είναι η ιδεολογία της, ποιους συνεργάτες θα επιλέξει, πού αποσκοπεί, τι απόψεις έχει για όλα τα ζητήματα, εθνικά, κοινωνικά και πάει λέγοντας. Τους αρκούσε να είναι «κατά του Μητσοτάκη» για να το θέσουμε ωμά, αλλά ρεαλιστικά.

Να όμως που η πραγματικότητα ήρθε να εμφανίσει μια διαφορετική εικόνα. Η Μαρία Καρυστιανού άρχισε να ορθώνει λόγο που κάθε άλλο παρά άρεσε σε μεγάλη μάζα των ακροατών της, αυτών που προέρχονταν από το (κεντρό)αριστερό χώρο.

Η αποκάλυψη για την Μαρία Καρυστιανού

Το πρώτο μεγάλο «φάουλ» ήταν για τις αμβλώσεις. Επανάφερε στην ατζέντα ένα θέμα που θεωρητικά έχει λυθεί εδώ και χρόνια. «Της την στήσανε οι κακοί δημοσιογράφοι και παρεξηγήθηκε», βρέθηκαν πάντως ακόμη μερικοί, πρόθυμοι να την δικαιολογήσουν. Για να μη ματαιώσουν στην ουσία τον ίδιο τους τον εαυτό.

Μόνο που η συνέχεια έδειξε πως δεν μιλούσαμε για μια κακιά στιγμή ή για μία ατυχή διατύπωση. Η Μαρία Καρυστιανού έχει τέτοιες απόψεις. Φάνηκε και με τα περί «παράνομων εισβολέων» που είπε για την τραγωδία στη Χίο με τους νεκρούς μετανάστες. Μπορεί να συμπλήρωσε πως αισθάνεται «βαθύ πόνο για τους ανθρώπους που χάθηκαν» όμως η ρήξη με το κεντροαριστερό κοινό της δείχνει οριστική και αμετάκλητη. Όταν επιμένει να νομιμοποιεί απόψεις ακραίες, συντηρητικές και σκοτεινές, πώς να γίνει αλλιώς;

Μήπως όμως όλο αυτό ήταν στην πραγματικότητα αναπόφευκτο; Στην περίπτωση της Καρυστιανού μάλλον ισχύει το ότι επειδή δεν υπήρχε Καρυστιανού εφηύραμε μια. Το ενδεχόμενο να μην άλλαξε η ίδια, δεν το ‘χουμε σκεφτεί καθόλου. Και όμως είναι το πιο πιθανό σενάριο. Αυτή να ήταν πάντα, δηλαδή. Με αυτά τα πιστεύω και αυτή την ιδεολογία.

Και επειδή πολλοί είχαν ανάγκη να δούνε κάτι άλλο, καθρέφτισαν πάνω της τις επιθυμίες τους, κατασκευάζοντας ένα επίπλαστο πρόσωπο. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να ζητούν τώρα το λόγο από έναν άνθρωπο που μπορεί να μην άλλαξε ποτέ, απλώς θέλανε αυτοί να το προσεγγίσουν αλλιώς και να του δώσουν άλλες ιδιότητες; Το λάθος είναι δικό τους, όχι δικό της.

Η – σε μεγάλο βαθμό φανατισμένη – βάση διαδικτυακών υπερασπιστών της Μαρίας Καρυστιανού πέφτει στην παγίδα της ουτοπικής προσδοκίας που η ίδια δημιούργησε. Όσοι μετριοπαθείς έλεγαν «ας περιμένουμε πρώτα να δούμε τι απόψεις έχει και μετά την στηρίζουμε». Nα που αυτοί δικαιώνονται. Χωρίς να πανηγυρίζουν. Δεν τους αρέσει ο θόρυβος άλλωστε ούτε κουβαλάνε το viral και το hype…