Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που η υπόθεση του εργοστασίου «Βιολάντα», εκεί όπου μια μεγάλη έκρηξη κόστισε τη ζωή σε πέντε εργαζόμενες, συγκλόνισε το πανελλήνιο. «Συγκλόνισε το πανελλήνιο» βέβαια που λέει ο λόγος. Περισσότερο με εμπέδωση μιας δολοφονικής συνθήκης έμοιαζε η αντίδραση της κοινωνίας απέναντι σε μια υπόθεση όπου κάθε έννοια ασφάλειας εντός της εργασίας έχει πάει περίπατο, παρά με σοκ. Σε κάθε περίπτωση βέβαια οι αναλογίες με την πολύκροτη υπόθεση των Τεμπών, μόλις ένα μήνα και κάτι πριν τη συμπλήρωση τριών χρόνων από το πολυσυζητημένο δυστύχημα είναι πασιφανείς.
Θα έλεγε κανείς πως η υπόθεση «Βιολάντα» θα ήταν η ιδανική αφορμή για τη Μαρία Καρυστιανού, που εδώ και ένα χρόνο έχει αποφασίσει να απασχολεί τα φώτα της επικαιρότητας ως επίδοξη πολιτικός, να απαντήσει σε όσους αντιμετώπισαν με σκεπτικισμό την πολιτική της στροφή πως πρόκειται για μια κίνηση με σαφέστατη χρησιμότητα. Πως το σύνθημα περί «Δικαιοσύνης» που έγινε το σήμα κατατεθέν του λεγόμενου «κινήματος των Τεμπών» και το οποίο η ίδια χρησιμοποιεί ως σύνθημα πολίτευσης, δεν συγκροτεί γύρω του μια μονοθεματική κίνηση.
Να έλεγε ας πούμε πως το να μιλάς με πολιτικούς όρους για «Δικαιοσύνη» δεν είναι απλά μια διαχείριση ενός προσωπικού πόνου που φοράει πολιτικά ρούχα αλλά ένα αίτημα που αφορά κάθε πτυχή της καθημερινότητας των φτωχών ανθρώπων, είτε αυτοί πεθαίνουν σε ένα τρένο είτε σε ένα εργοστάσιο, Ότι σε ένα σύστημα που κάνει ξεκάθαρο κάθε μέρα πως το κέρδος και η υποτίμηση των ανθρώπινων ζωών πάνε χέρι-χέρι, υπάρχει μια κλωστή που ενώνει τα Τέμπη με τη Βιολάντα, πως ένας κόσμος που κάθε μέρα αφαιρεί ζωές πρέπει να αλλάξει. Μέσα σε όλα αυτά φυσικά, θα μπορούσε να μιλήσει και για άλλα δυστυχήματα όπως αυτό της Πήλου ή της Χίου και ας αφορούν αυτά ζωές μεταναστών – κάποιος καλόπιστος θα έλεγε πως είναι αναγκαίες προσθήκες σε ένα τέτοιο αφήγημα…
Η Καρυστιανού βέβαια αποφάσισε να μην ασχοληθεί με τίποτα από όλα αυτά. Οι δημόσιες δηλώσεις της το ιδιο χρονικό διάστημα είχαν να κάνουν με το αν οι αμβλώσεις πρέπει να αποτελούν ζήτημα δημόσιας διαβούλευσης ή όχι και με το αν ο Μητσοτάκης θα ενημερώσει την κοινή γνώμη για το τι θα συζητήσει στην συνάντησή του με τον Ερντογάν: σε αντίθεση με τις εξαγγελίες της πως οι δικές της πολιτικές πρωτοβουλίες θα αγνοούν τον άξονα «αριστεράς-δεξιάς» (ισχυρισμός μάλλον ανέφικτος), η προτεραιοποίηση των θεμάτων από την ίδια μάλλον την τοποθετούν στα δεξιά του πολιτικού χάρτη. Τελικά, το βασικό πολιτικό πρόσωπο που ανέδειξε το «κίνημα των Τεμπών» επικύρωσε με την στάση του πως αυτό το τελευταίο όχι απλά είχε αποτύχει να γίνει τμήμα μιας διευρυμένης προσέγγισης που θα πολιτικοποιούσε το θέμα ενοποιώντας το με μια συγκεκριμένη κοινωνική συνθήκη αλλά αντίθετα, είχε πια αποκοπεί από την τελευταία για τα καλά.
Τα σημάδια για αυτή την εξέλιξη δεν είναι πρόσφατα ούτε χρειαζόταν η Καρυστιανού και οι πολιτικές της επιλογές για να αναδειχθούν τα συμπεράσματα αυτά. Πέρυσι άλλωστε, λίγα 24ωρα πριν την ήδη ιστορική διαδήλωση για τα Τέμπη, η ίδια η Καρυστιανού είχε κάνει έκκληση στους δημόσιους φορείς και στα συνδικάτα να μην πολιτικοποιήσουν τη διαδήλωση. Τα ίδια τα συνδικάτα που προειδοποιούσαν με δημόσιες ανακοινώσεις τους για την κατάσταση στα τρένα πριν το δυστήχημα κλήθηκαν να «σωπάσουν» και μαζί τους οι φωνές που άνοιγαν το θέμα των δημόσιων μέσων μεταφοράς έναντι των τραγικών αποτελεσμάτων της ιδιωτικοποίησής τους. Διότι όλα αυτά ήταν διχαστικά, ενώ ο θρήνος κάτι (φαινομενικά) οικουμενικό.

Όμως αν αποποιείσαι τον διχασμό σε ένα θέμα εξ΄ορισμού διχαστικό ποιος ο λόγος να διαδηλώνεις, ποιος ο λόγος να ανοίγεις έναν δημόσιο διάλογο; Αν στο τέλος της ημέρας, ο θρήνος έρχεται ως ενοποιητικό στοιχείο ανάμεσα σε θύτες και θύματα, ποιο το αληθινό περιεχόμενο της συζήτησης; Αν τα Τέμπη είναι να μετατραπούν στο εθνικό μας θέμα πένθους, τότε ή δεν υπάρχουν αληθινά διακυβεύματα να συνοδεύουν τη συζήτηση για το τι οδήγησε σε αυτή την τραγωδία (μάλλον ήταν η κακιά στιγμή όπως αρέσει στην κυβέρνηση να λέει…) ή αυτά κρύβονται κάτω από το πένθος…
Η φετινή συγκέντρωση για τα Τέμπη δεν ήταν αμελητέα σε επίπεδο μεγέθους αλλά ούτε και έφτασε τα περσινά εξωπραγματικά νούμερα συμμετοχής. Και αν το δεύτερο υπήρξε ανέφικτο έτσι κι αλλιώς, ίσως η αιτία πρέπει να αναζητηθεί όχι στην ίδια τη συμμετοχή της φετινής διαδήλωσης αλλά στο περιεχόμενό της, που είναι αμφίβολο πως μπορεί να ανιχνευθεί με σαφήνεια πέρα από το προφανές, δηλαδή τη μνήμη των νεκρών. Ένα υπολογίσιμο τμήμα της κοινωνίας έκρινε ως χρέος του να κατέβει στον δρόμο για να τιμήσει αυτή τη μνήμη αλλά το εθιμοτυπικό του πράγματος στην όλη διαδικασία βγάζει μάτι: έχουμε πάψει να ασχολούμαστε με τα Τέμπη. Τα θυμόμαστε απλά ως μια τραγική επέτειο, όχι ως μια δυναμική κατάσταση. Ως κάτι που πλέον απλά τιμούμε. Με μαζικότητα; Ναι. Με σεβασμό; Σίγουρα. Με έντονη συγκινησιακή φόρτιση; Φυσικά, πως θα μπορούσε να ισχύει κάτι άλλο; Τίποτα από αυτά όμως δεν αναλογεί σε «κίνημα». Διότι το κίνημα προϋποθέτει κίνηση και πάει καιρός που ο κόσμος που ένιωσε κάποτε τμήμα του «κινήματος των Τεμπών» μπορεί να ισχυριστεί πως κινείται προς τα κάπου…