Υπάρχουν στιγμές στη δημόσια ζωή μιας χώρας όπου το αποτέλεσμα μιας έρευνας δεν κρίνεται μόνο από το τι αποδεικνύει, αλλά και από το τι αφήνει αναπάντητο. Η απόφαση του Αρείου Πάγου να κλείσει την έρευνα για την υπόθεση των υποκλοπών κινείται ακριβώς σε αυτή τη γκρίζα ζώνη.
Τυπικά, η Δικαιοσύνη έκρινε ότι δεν προκύπτουν επαρκή στοιχεία για την τέλεση κακουργηματικής πράξης κατασκοπείας. Ουσιαστικά, όμως, η απόφαση αυτή δεν απαντά στο βασικό ερώτημα που απασχόλησε την κοινή γνώμη από την πρώτη στιγμή, πολύ δε περισσότερο στα ερωτήματα που προέκυψαν μετά την απόφαση του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που καταδίκασε τους τέσσερις επιχειρηματίες σχετικά με την υπόθεση του Predator και έστελνε ξανά για διερεύνηση την υπόθεση με το ερώτημα σοβαρότατων κατηγοριών: πώς, ποιοι και γιατί παρακολουθούσαν υπουργούς, βουλευτές, αρχηγούς κομμάτων και σωμάτων ασφαλείας, δημοσιογράφους και επιχειρηματίες;
Η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου βασίστηκε στη σύνδεση φυσικών αυτουργών και εντολέων και στις ενδείξεις για ύπαρξη κοινού κέντρου μεταξύ ΕΥΠ και Predator. Ο Άρειος Πάγος, διά του εισαγγελέα Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο. Ειρήσθω εν παρόδω, ο κ. Τζαβέλλας δεν θα έπρεπε, σύμφωνα με την αντιπολίτευση, καν να είναι εμπλεκόμενος, οφείλοντας να ζητήσει εξαίρεση από την υπόθεση. Ο λόγος είναι ότι κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα είχε θεσμικό ρόλο εποπτείας της ΕΥΠ και είχε συνδεθεί με αποφάσεις που σχετίζονται με παρακολουθήσεις (π.χ. είχε υπογράψει την παρακολούθηση του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη). Ασφαλώς, το επιχείρημα βγάζει νόημα.
Μεταφρασμένη λοιπόν, η ετυμηγορία του ανώτατου Δικαστήριου μας «λέει» πρακτικά ότι οι καταδικασμένοι ιδιώτες είχαν τους δικούς τους λόγους τους να παρακολουθούν πολλά μέλη της κυβέρνησης, στελέχη της αντιπολίτευσης, δημοσιογράφους και επιχειρηματίες που δεν συγκρούονται με τα συμφέροντά τους.
Είναι λογικό να μην μοιάζει στην κοινή γνώμη διαυγές αυτό το «δεν συντρέχουν λόγοι», αφού η επανεξέταση της υπόθεσης μόνο την αξιοπιστία της Δικαιοσύνης θα υπερασπιζόταν θεωρητικά.
Με αυτό το βιαστικό κλείσιμο και την απροθυμία επανεξέτασης του πιθανού συσχετισμού ΕΥΠ – predator μένει μια αίσθηση που δεν είναι προς όφελος μιας χώρας να παγιώνεται: οτι πρόκειται για μια υπόθεση που έκλεισε – τουλάχιστον για την ώρα – νομικά, αλλά δεν έκλεισε πολιτικά ή θεσμικά.
Διότι οι υποκλοπές δεν ήταν ποτέ μια συνηθισμένη περίπτωση. Δεν αφορούσαν μια μεμονωμένη παραβίαση, αλλά άγγιζαν τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας. Την προστασία της ιδιωτικότητας, τη διαφάνεια της εξουσίας και, τελικά, την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Όταν μια τέτοια υπόθεση οδηγείται σε αρχειοθέτηση χωρίς να έχουν δοθεί πειστικές απαντήσεις, το κενό δεν καλύπτεται. Διευρύνεται.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν δεν περιορίζονται στην αντιπολίτευση. Το ζήτημα ξεπερνά τα όρια της κομματικής αντιπαράθεσης και αγγίζει ένα ευρύτερο αίσθημα δυσπιστίας. Γιατί, σε τελική ανάλυση, η Δικαιοσύνη δεν καλείται μόνο να εφαρμόζει τον νόμο, αλλά και να αποκαθιστά την εμπιστοσύνη όταν αυτή έχει διαταραχθεί.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αίσθηση «μπαζώματος» που διατυπώνεται από πολλούς – είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί με τον όρο – δεν προκύπτει μόνο από την ίδια την απόφαση, αλλά από τη συνολική διαχείριση της υπόθεσης. Από τα κενά που έμειναν, τις αντιφάσεις που δεν φωτίστηκαν επαρκώς και τις απαντήσεις που δεν δόθηκαν ποτέ με σαφήνεια.
Η μεγαλύτερη πρόκληση για τους θεσμούς δεν είναι να κλείνουν υποθέσεις, αλλά να πείθουν ότι τις έκλεισαν σωστά. Και σε μια περίοδο όπου ο δείκτης δυσπιστίας απέναντι στην πολιτική και τη Δικαιοσύνη είναι ήδη υψηλός, κάθε τέτοια απόφαση είναι λογικό να κρίνεται με αυστηρότερα κριτήρια.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο τι έκρινε ο Άρειος Πάγος. Είναι αν αυτή η κρίση αρκεί για να πείσει ότι η υπόθεση των υποκλοπών έχει πραγματικά διαλευκανθεί. Μέχρι στιγμής, το ερώτημα για ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας – που αρνείται να δεχτεί όλα αυτά ως «κανονικότητα» – παραμένει… ρητορικό.
Είναι όλοι αυτοι που θεωρούν ότι δεν χρειάζεται να αποδειχθεί μια συγκάλυψη για να εμπεδωθεί η πεποίθηση ότι υπήρξε. Αρκεί να μην πείσεις ότι δεν υπήρξε…