Οι εικόνες είναι πλέον γνώριμες. Πύρινα μέτωπα να καταπίνουν πλαγιές, σπίτια να εκκενώνονται με μηνύματα του 112 που ηχούν σαν σειρήνες πολέμου, ορίζοντες πνιγμένοι στον καπνό. Κάθε καλοκαίρι η Ελλάδα μοιάζει να ζει την ίδια ιστορία από την αρχή.
Παράλληλα με τα δέντρα, κάθε καλοκαίρι καίγεται και η… ψυχολογία μας. Μια συλλογική απόγνωση πλανάται πάνω από τη χώρα. Διότι πόσες φορές μπορεί ο ίδιος πολίτης να βλέπει τα ίδια πλάνα, να ακούει τις ίδιες στερεότυπες δικαιολογίες για τα «ακραία φαινόμενα» και να νιώθει το ίδιο αίσθημα ανικανότητας απέναντι σε έναν κρατικό μηχανισμό που τρέχει πάντα πίσω από τις φλόγες; Πόση «καμένη γη» αντέχει η συλλογική μνήμη πριν παραδοθεί στην απόλυτη παραίτηση;
Πίσω από την οργή και τη συναισθηματική μας εξάντληση, υπάρχει μια αμείλικτη, επιστημονική ερώτηση που κουμπώνει πάνω στην ψυχολογική μας φθορά: Πόσες φορές μπορεί, αντικειμενικά, να καεί το ίδιο δάσος πριν πάψει να υπάρχει για πάντα;
Η απάντηση είναι αυστηρά βιολογική και περιγράφει μια καταστροφή που συντελείται μπροστά στα μάτια μας χωρίς επιστροφή.
Ο «κανόνας των 15 ετών» και ο μηχανισμός του θανάτου
Τα μεσογειακά δάση – και ειδικά η Χαλέπιος Πεύκη που καλύπτει την Αττική, την Εύβοια και την Κορινθία – είναι εκ φύσεως προσαρμοσμένα στη φωτιά. Πρόκειται για ένα θαύμα της εξέλιξης: όταν ένα πευκοδάσος καίγεται, οι κουκουνάρες «σκάνε» από την υψηλή θερμότητα, διασπείρουν τους σπόρους τους στο καμένο έδαφος και μέσα σε λίγα χρόνια η φύση ξεκινά από μόνη της τη διαδικασία της αυτοϊασης.
Όμως, αυτό το θαύμα έχει έναν αυστηρό βιολογικό όρο: τον χρόνο. Για να προλάβει ένα νέο πεύκο να μεγαλώσει, να ωριμάσει, να βγάλει δικές του κουκουνάρες και να δημιουργήσει μια νέα «τράπεζα σπόρων» στο έδαφος, χρειάζονται 15 έως 20 χρόνια.
Αν το ίδιο δάσος ξανακαεί στα 5, στα 8 ή στα 10 χρόνια, η καταστροφή είναι ολοκληρωτική. Τα νεαρά δενδρύλλια καίγονται πριν προλάβουν να αναπαραχθούν. Στο έδαφος δεν υπάρχει πλέον ούτε ένας σπόρος. Η φυσική αναγέννηση μηδενίζεται και το δάσος πεθαίνει οριστικά. Δεν πρόκειται για μια προσωρινή απώλεια· πρόκειται για ερημοποίηση.
Case Study: Η χαμένη Πεντέλη και η Αττική στο «σημείο μηδέν»
Το πιο τραγικό παράδειγμα αυτής της διπλής κατάρρευσης — περιβαλλοντικής και κοινωνικής— είναι η Αττική, με επίκεντρο την Πεντέλη.
Το βουνό της Πεντέλης έχει υποστεί καταστροφικές πυρκαγιές το 1995, το 1998, το 2009, το 2022 και το 2024. Σε μεγάλα τμήματά του, το δάσος κάηκε δύο, τρεις, ακόμα και τέσσερις φορές μέσα σε διάστημα πολύ μικρότερο από το παράθυρο των 15 ετών.
Το αποτέλεσμα; Η φύση σήκωσε τα χέρια ψηλά και μαζί της τα σήκωσαν και οι κάτοικοι. Στις πλαγιές που κάποτε φιλοξενούσαν πυκνά πευκοδάση, σήμερα δεν φυτρώνει πλέον τίποτα. Σχεδ΄ντΟι φθινοπωρινές βροχές παρέσυραν το λίγο εύφορο χώμα, απογυμνώνοντας το βράχο. Η Πεντέλη δεν είναι πια ένα δάσος που αναρρώνει. Σε τεράστιες εκτάσεις της έχει μετατραπεί οριστικά σε έναν άγονο θαμνότοπο.
Παρόμοιο εφιάλτη βιώνει η Πάρνηθα (με τις διαδοχικές καταστροφές του 2007, του 2021 και του 2023), η Βόρεια Εύβοια, αλλά και το ευαίσθητο οικοσύστημα του Δάσους της Δαδιάς στον Έβρο, όπου η διπλή συνεχόμενη πυρκαγιά το 2022 και το 2023 έπληξε καίρια τη Μαύρη Πεύκη — ένα είδος που, σε αντίθεση με τη Χαλέπιο, δεν διαθέτει καν μηχανισμούς ταχείας αναγέννησης.
Πάνω από το 40% των δασικών εκτάσεων της Αττικής έχει αποτεφρωθεί τα τελευταία χρόνια. Και όσοι νομίζουν ότι η λύση της τεχνητής αναδάσωσης είναι μαγικό ραβδί, πλανώνται. Όταν το έδαφος έχει διαβρωθεί και η υγρασία έχει χαθεί, τα ποσοστά επιβίωσης των νέων φυτών που φυτεύονται τεχνητά πέφτουν συχνά κάτω από το 20%.
Όταν ένα δάσος καίγεται επανειλημμένα, δεν χάνουμε μόνο τα δέντρα. Χάνουμε το μικροκλίμα της περιοχής. Χωρίς τη σκιά και τη διαπνοή των δέντρων, η θερμοκρασία του εδάφους το καλοκαίρι ανεβαίνει έως και 10°C. Η υγρασία εξαφανίζεται, οι πηγές στερεύουν και το τοπίο μετατρέπεται σταδιακά σε μια ημιαριδή ζώνη, παρόμοια με εκείνες της Βόρειας Αφρικής.
Όμως, η ίδια «απογύμνωση» συμβαίνει και μέσα μας. Η διαρκής οπτική επαφή με το μαύρο τοπίο, η συνήθεια στον κυνισμό και η βεβαιότητα ότι «και του χρόνου τα ίδια θα ζήσουμε» δημιουργούν μια συλλογική κατάθλιψη. Το δάσος παύει να είναι σημείο αναφοράς και γίνεται μια ανοιχτή πληγή.
Πόσες φορές λοιπόν μπορεί να καεί το ίδιο δάσος;
Η αμείλικτη απάντηση είναι αυστηρά δύο φορές μέσα σε μια δεκαπενταετία. Την τρίτη φορά, απλά δεν υπάρχει πια δάσος για να καεί. Υπάρχει μόνο πέτρα, αγκάθια, καυτό τσιμέντο και η ανάμνηση μιας χώρας που κάποτε ήταν πράσινη…