Για να καταλάβει και ο τελευταίος…

Τελικά, τα πράγματα είναι πιο απλά απ' ό,τι νομίζουμε. 'Η μήπως όχι;

Ας ξεκινήσουμε από τα απολύτως στοιχειώδη.

Για να βλέπεις πιο συχνά τα καλύτερά μας άρθρα Add Menshouse.gr on Google

Υπήρχε μια δυναμική και απολύτως επαγγελματική ιστοσελίδα, η οποία παρουσίαζε επί σειρά ετών μια επιχείρηση ως κλινική, με πλασμαφαιρέσεις και πλήθος άλλων ιατρικών υπηρεσιών. Υπήρχαν βίντεο των παρεχόμενων υπηρεσιών, αναλυτικές πληροφορίες και ό,τι άλλο θα περίμενε κανείς από έναν νόμιμα λειτουργούντα υγειονομικό χώρο.

Και χρειάστηκε να χάσει τη ζωή του ένας άνθρωπος στα χέρια τους, ώστε να αποκαλυφθεί ότι η συγκεκριμένη «κλινική» δεν είχε ουδέποτε άδεια λειτουργίας ως κλινική.

Η μοναδική άδεια που διέθετε αφορούσε Παθολογικό Ιατρείο και Γενική Ιατρική.

Και εδώ αρχίζει το πραγματικά εξοργιστικό κομμάτι.

Οι έλεγχοι που «δεν έβλεπαν τίποτα»

Ο κατεξοχήν αρμόδιος φορέας, ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών, δεδομένου ότι η δραστηριότητα λάμβανε χώρα στην Αθήνα, εμφανίζεται να υποστηρίζει ουσιαστικά ότι έγιναν έλεγχοι, αλλά δεν διαπιστώθηκε κάτι μεμπτό.

Μάλιστα, η κατάσταση γίνεται σχεδόν σουρεαλιστική όταν η επιχειρηματολογία φτάνει στο σημείο: πήγαν τρία άτομα, ήταν τριμελής επιτροπή και δεν εντόπισαν κάποιο περίεργο μηχάνημα.

Αυτό θυμίζει επικίνδυνα τους περίφημους ελέγχους σε καταστήματα με παράνομα «φρουτάκια».

Ειδοποιεί κάποιος δέκα λεπτά νωρίτερα ότι έρχεται έλεγχος, μετατρέπονται προσωρινά τα «φρουτάκια» σε video games, μπαίνει ο ελεγκτής, βλέπει μερικούς εξηντάρηδες να παίζουν Dota και World of Warcraft, αποχωρεί και, μόλις κλείσει η πόρτα πίσω του, ξεκινά ξανά το κυνήγι των τριών κερασιών. Ή των τριών πορτοκαλιών. Δεν θα μαλώσουμε εκεί.

Το ζήτημα, φυσικά, είναι πολύ σοβαρότερο.

Γιατί όταν ένας πολίτης πληροφορείται εκ των υστέρων ότι ένας χώρος λειτουργούσε επί χρόνια χωρίς την απαιτούμενη άδεια, είναι απολύτως εύλογο να αναρωτηθεί τι ακριβώς ελέγχθηκε, πότε ελέγχθηκε, με ποιον τρόπο ελέγχθηκε και κυρίως γιατί δεν εντοπίστηκε η προφανής αναντιστοιχία ανάμεσα σε αυτό που παρουσιαζόταν προς τα έξω και σε αυτό που πραγματικά είχε αδειοδοτηθεί.

Και, φυσικά, μέσα σε όλα αυτά υπάρχει και η εύλογη οργή της κοινωνίας για το ενδεχόμενο οι έλεγχοι να ήταν προσχηματικοί ή να υπήρξαν άλλου είδους παρεμβάσεις. Αυτό, όμως, είναι ζήτημα που οφείλουν να διερευνήσουν οι αρμόδιες αρχές και όχι να το προεξοφλήσουμε εμείς.

«Εσείς γιατί δεν κάνατε καταγγελία;»

Ίσως ακόμη πιο εξοργιστικό είναι το επιχείρημα που ακούγεται από πλευράς αρμοδίων προς πολίτες και δημοσιογράφους:

«Εσείς γιατί δεν κάνατε καταγγελία;»

Συγγνώμη, αλλά αυτή η λογική αντιστρέφει πλήρως τους ρόλους.

Πού ακριβώς υποχρεούται ο μέσος πολίτης να γνωρίζει ότι μια επιχείρηση που διαφημίζεται ως κλινική, διαθέτει επαγγελματική ιστοσελίδα, παρουσιάζει ιατρικές υπηρεσίες και λειτουργεί επί σειρά ετών, ενδέχεται στην πραγματικότητα να μην διαθέτει την απαιτούμενη άδεια λειτουργίας;

Όταν βλέπω μια διαφήμιση της Hondos Center, είμαι υποχρεωμένος να ελέγξω αν η επιχείρηση έχει άδεια λειτουργίας; Να ζητήσω το ΦΕΚ; Να ελέγξω την πολεοδομική της κατάσταση; Να διασταυρώσω την άδεια κάθε υπηρεσίας που διαφημίζει;

Προφανώς και όχι.

Η κοινωνία δικαιούται να θεωρεί ότι οι αρμόδιες αρχές κάνουν τη δουλειά για την οποία υπάρχουν.

Υπάρχει όμως μία θεμελιώδης διαφορά

Από ένα «μαϊμού» φρουτάκι μπορεί να χάσεις χρήματα.

Από έναν «μαϊμού» γιατρό μπορεί να χάσεις τη ζωή σου.

Και αυτή είναι η ουσιώδης διαφορά.

Ακόμη και αν κάποιος παίξει νόμιμα φρουτάκια αντί για παράνομα, η μαθηματική κατάληξη παραμένει γνωστή: σε βάθος χρόνου, ο παίκτης χάνει και η εταιρεία κερδίζει. Η διαφορά είναι κυρίως ποιος εισπράττει τα χρήματα και υπό ποιο καθεστώς.

Στην υγεία, όμως, δεν υπάρχει αυτή η «πολυτέλεια».

Αν δεν σε χειρουργήσει ο επιστήμονας αλλά κάποιος που παριστάνει τον επιστήμονα, μπορεί να πεθάνεις.

Αν η επέμβαση δεν πραγματοποιηθεί σε έναν χώρο που έχει ελεγχθεί, αδειοδοτηθεί και πληροί συγκεκριμένες προδιαγραφές, αλλά σε έναν χώρο που δεν έχει αδειοδοτηθεί για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, τότε δεν μιλάμε απλώς για μια τυπική διοικητική παράβαση.

Μιλάμε για ενδεχόμενο άμεσο κίνδυνο για την ανθρώπινη ζωή.

Και αυτό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν μια ακόμη εκκρεμότητα γραφειοκρατικού χαρακτήρα.

Και μετά έρχεται η απληστία

Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση αυτής της υπόθεσης, εξίσου σημαντική: η απληστία.

Κατά καιρούς ακούμε, ειδικά σε υποθέσεις στοιχηματισμού, το γνωστό:

«Έλα μωρέ, είχε ανάγκη να το κάνει.»

Είναι λάθος ερώτημα.

Πρώτον, δεν γνωρίζουμε τις πραγματικές οικονομικές ανάγκες κανενός ανθρώπου.

Γνώριζε κανείς ότι ο Michael Jordan έχανε, σύμφωνα με όσα έχουν κατά καιρούς γίνει γνωστά, τεράστια ποσά στον τζόγο; Όχι. Η αυτονόητη σκέψη ήταν: «Με τόσα χρήματα που βγάζει, τι ανάγκη έχει;»

Η πραγματικότητα, όμως, δεν λειτουργεί έτσι.

Δεύτερον —και σημαντικότερο— δεν απαιτείται οικονομική ανάγκη για να διαπράξει κάποιος ένα αδίκημα.

Πιστεύει κανείς ότι ένα ζευγάρι εκατομμυριούχων είχε πραγματική οικονομική ανάγκη για τα 6.000 ευρώ που φέρεται να εισέπραξε από την πλασμαφαίρεση του Γιώργου Μαζωνάκη; Μιλάμε για ανθρώπους με τεράστια ακίνητη και κινητή περιουσία.

Κι όμως, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, παρότι αντιλήφθηκαν ότι ο άνθρωπος που είχαν απέναντί τους δεν ήταν σε καλή κατάσταση, φέρονται να συνέχισαν για ένα ποσό που, μπροστά στην περιουσία τους, είναι κυριολεκτικά ασήμαντο.

Και κάπου εκεί βρίσκεται η ουσία:

Δεν χρειάζεται να πεινάς για να κλέψεις. Μπορεί απλώς να πιστεύεις ότι μπορείς να το κάνεις χωρίς συνέπειες.

Για χρόνια μπορεί να λειτουργούσαν μέσα σε ένα καθεστώς όπου τίποτα δεν συνέβαινε. Έλεγχοι γίνονταν, αλλά το σύστημα εξακολουθούσε να λειτουργεί.

Μέχρι που ήρθε το μοιραίο.

Και τότε η «σιγουριά» ότι κανείς δεν θα τους αγγίξει κατέρρευσε.

Όταν το κράτος δεν έχει οικονομικό συμφέρον, πόσο πραγματικά ενδιαφέρεται;

Και εδώ φτάνουμε ίσως στην πιο δυσάρεστη διαπίστωση.

Το ελληνικό κράτος έχει δημιουργήσει ένα εξαιρετικά αυστηρό και λεπτομερές πλαίσιο για τη λειτουργία των στοιχηματικών εταιρειών. Ελέγχει, φορολογεί, εισπράττει και, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, έχει καταστήσει τον εαυτό του οικονομικό ενδιαφερόμενο μέρος της συγκεκριμένης αγοράς.

Εκεί υπάρχει χρήμα.

Υπάρχουν φορολογικά έσοδα.

Υπάρχει επομένως και ισχυρό κίνητρο για τον κρατικό μηχανισμό να γνωρίζει ποιος λειτουργεί, πώς λειτουργεί και ποιος εισπράττει.

Στον χώρο της υγείας, όμως, όταν ένας ιδιώτης παρέχει παράνομα υπηρεσίες, το κράτος δεν έχει να εισπράξει κάποιο αντίστοιχο οικονομικό όφελος.

Το αντίθετο: ενδέχεται να χρειαστεί να πληρώσει για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες.

Αν κάποιος χρειαστεί μια επέμβαση, θα πάει στο Γενικό Κρατικό Νίκαιας ή στο Τζάνειο επειδή είναι «προϊόν» από το οποίο το κράτος μπορεί να αποκομίσει κέρδος;

Προφανώς όχι.

Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το πρόβλημα.

Η ανθρώπινη ζωή δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δραστηριότητα δεύτερης κατηγορίας επειδή δεν παράγει φορολογικά έσοδα.

Η αδειοδότηση ενός χώρου υγείας δεν είναι διακοσμητική διαδικασία.

Οι έλεγχοι δεν είναι τυπική γραφειοκρατική υποχρέωση.

Και η ευθύνη για την προστασία του πολίτη δεν μπορεί να μετακυλίεται στον ίδιο τον πολίτη με το επιχείρημα:

«Γιατί δεν κάνατε καταγγελία;»

Ο πολίτης δεν είναι ελεγκτής.

Δεν είναι πραγματογνώμονας.

Δεν είναι υγειονομική αρχή.

Είναι ο άνθρωπος που εμπιστεύεται τη ζωή και την υγεία του σε ένα σύστημα που υποτίθεται ότι έχει ήδη ελέγξει ποιος δικαιούται να του παρέχει ιατρικές υπηρεσίες και υπό ποιες προϋποθέσεις.

Και όταν αυτό το σύστημα αποτυγχάνει, ειδικά με τόσο τραγικό αποτέλεσμα, η πρώτη ερώτηση δεν πρέπει να είναι:

«Γιατί δεν μίλησε ο πολίτης;»

Η πρώτη ερώτηση πρέπει να είναι:

«Πώς είναι δυνατόν να λειτουργούσε επί χρόνια ένας τέτοιος χώρος χωρίς την απαιτούμενη άδεια και κανείς από τους αρμόδιους μηχανισμούς να μην το είχε αντιληφθεί;»

Αυτή είναι η ερώτηση που απαιτεί απάντηση.

Και όχι μόνο για να αποδοθούν ευθύνες για το χθες.

Αλλά κυρίως για να μην χρειαστεί να πεθάνει ο επόμενος άνθρωπος ώστε να διαπιστώσουμε τι δεν λειτουργούσε.