Η «γαϊδουριά» μας απέναντι στα γαϊδούρια
Editorial

Η «γαϊδουριά» μας απέναντι στα γαϊδούρια

Ο αριθμός των περιστατικών που έρχονται στο φως είναι τόσο μεγάλος που δεν μας επιτρέπει να τα χαρακτηρίζουμε «μεμονωμένα».

Η Σαντορίνη δεν είναι το μόνο μέρος που συναντά κανείς γαϊδούρια. Μπορεί το συγκεκριμένο νησί να μπήκε στο επίκεντρο το τελευταίο διάστημα, αλλά η αλήθεια είναι πως την «γαϊδουριά» μπορείς να την βρεις παντού. Και στο νησί και στο βουνό και στη θάλασσα και στο χωριό και στην πόλη και οποιοδήποτε άλλο μέρος έχει κατακτηθεί από τον άνθρωπο που αρέσκεται ακόμη και τον 21ο αιώνα να επιβεβαιώνει την… ανωτερότητά του βασανίζοντας τα είδη που εκείνος θεωρεί κατώτερα. Ακόμη και τους ομοίους του.

Ωστόσο αυτή η παροιμιώδης ασέβειά μας προς ζωντανούς οργανισμούς με τους οποίους μοιραζόμαστε τον πλανήτη δεν είναι αποκλειστικά θέμα παιδείας. Κι όσο παράξενο κι αν ακουστεί, σχετίζεται στενά και με τον τρόπο που δομήσαμε οικονομικά τις κοινωνίες μας.

Γινόμαστε «πλούσιοι» φτωχαίνοντας

Η διαδρομή του τουρισμού στην Ελλάδα είναι γεμάτη από ιστορικά «αυτογκόλ» τα οποία σημειώσαμε στο κυνήγι του γρήγορου πλουτισμού. Ξεκινώντας από την ολοκληρωτική παράδοση περιοχών όπως το Φαληράκι στη Ρόδο σε αμφιβόλου «ποιότητας» επισκέπτες και φτάνοντας σε περιστατικά σαν το φετινό στη Ζάκυνθο, όπου οι ίδιοι οι ξενοδόχοι κατηγορήθηκαν ότι μολύνουν με τα λύματά τους τις θάλασσες μπροστά από τις επιχειρήσεις τους, με συνέπεια μέσα σε ένα βράδυ να εξαφανιστούν οι «γαλάζιες σημαίες» του νησιού.

Αυτή η νοοτροπία του «να τα ‘κονομήσουμε σήμερα» ευθύνεται για μερικά από τα μεγαλύτερα ανοσιουργήματα που έχουν δει τα μάτια μας, με την ελληνική φύση και περιοχές μοναδικού κάλλους να θυσιάζονται στο βωμό του εύκολου χρήματος. Σε αυτή τη λογική εντάσσονται όλα. Ακόμη και τα γαϊδουράκια στη Σαντορίνη ή τα άλογα των αμαξάδων στην Κέρκυρα.

Μικροί και μεγάλοι κεφαλαιούχοι

Μέσα στο διάστημα που διαρκεί η τουριστική περίοδος ο καθένας κοιτάζει να τ’ αρπάξει όπως ξέρει και μπορεί. Μικροί και μεγαλύτεροι «επιχειρηματίες» έχουν πολλά να τους χωρίζουν εξαιτίας του διαφορετικού μεγέθους τους, αλλά μοιράζονται ένα -τουλάχιστον- κοινό γνώρισμα. Την επιθυμία να δουν τα (άμεσα) κέρδη τους από την μπίζνα που λέγεται «τουρίστας» να μεγιστοποιούνται.

Η αντιμετώπιση που επιφυλάσσεται στα ζώα δεν είναι άσχετη με το σύγχρονο πλαίσιο στο οποίο διαμορφώνονται οι όροι της οικονομίας. Σε έναν κόσμο που κυρίαρχες έχουν γίνει έννοιες όπως «ευέλικτα ωράρια» ή «εναλλακτικές μορφές εργασίας», ένα γαϊδούρι δεν μπορεί να έχει καλύτερη τύχη από τον υπάλληλο «γνωστής αλυσίδας πολυκαταστημάτων» που σωριάζεται λιπόθυμος από τις υπερωρίες μπροστά στους πελάτες.

Σε πολλές περιπτώσεις για τον ιδιοκτήτη του το υποζύγιο δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα μέσο παραγωγής. Ένας συνδυασμός κεφαλαιουχικού αγαθού και εργατικού δυναμικού που τίθεται στην υπηρεσία του κεφαλαιοκράτη. Κι όπως συμβαίνει σε τέτοιες ιστορίες, νόμος δεν είναι το δίκιο του εργάτη, αλλά εκείνο του αφεντικού του.

Δικό του είναι, ό,τι θέλει το κάνει

Όταν, λοιπόν, με 100-200 ευρώ μπορείς να αντικαταστήσεις το «εργαλείο» που σου χάλασε, γιατί να νοιαστείς για το ενδεχομένως πιο ακριβό σέρβις του; Όταν η συμπεριφορά σου απέναντί του δεν επιφέρει καμία πρακτική κι επώδυνη συνέπεια, ποιος ο λόγος να αλλάξεις τις συνήθειές σου, ιδιαίτερα όταν αυτές αυξάνουν το κόστος λειτουργίας σου;

Στην παραθαλάσσια ταβέρνα το λάδι θα τηγανίζει πατάτα μέχρι να γίνει μαύρο, στο διπλανό ξενοδοχείο οι βόθροι θα αδειάζονται στη θάλασσα και στο πιο πέρα καλντερίμι το ζώο θα φορτώνεται μέχρι να σκάσει. Η εργασία και η άνευ όρων εντατικοποίησή της είναι κοινό γνώρισμα για κάθε «υπάλληλο» της βιομηχανίας τουρισμού, ανεξάρτητα από τον αριθμό των ποδιών που διαθέτει.

Ειδικά στην περίπτωση του ζώου, η παραπάνω «λογική» συνδυάζεται… άριστα με εκείνη που συμπυκνώνεται στην ατάκα «δικό μου είναι, ό,τι θέλω το κάνω». Εάν κάποιος «νομιμοποιείται» να την ξεστομίσει αναφερόμενος στα παιδιά του, ποιος θα τον εμποδίσει να το κάνει για ένα άλογο;

Η «γαϊδουριά» μας απέναντι στα γαϊδούρια

Μια ιστορία κακοποίησης

Είναι όλοι οι ιδιοκτήτες έτσι; Λειτουργούν όλοι με τον ίδιο τρόπο; Προφανώς η απάντηση είναι «όχι». Όμως το να πιστεύει κανείς πως πρόκειται απλά για μια μικρή μειοψηφία ελαχίστων είναι λάθος. Πρόκειται περισσότερο για μια «βολική» αντίληψη που διατηρεί στο απυρόβλητο ολόκληρες επαγγελματικές κατηγορίες.

Μπορούμε να συμφωνήσουμε πως δεν είναι δίκαιο να αμαυρώνονται συλλήβδην ολόκληροι κλάδοι από τη συμπεριφορά ορισμένων, αλλά οφείλουμε με σθένος να κάνουμε το ίδιο παραδεχόμενοι πως ο αριθμός των περιστατικών που έρχονται στο φως είναι τόσο μεγάλος που δεν μας επιτρέπει να τα χαρακτηρίζουμε «μεμονωμένα».

Αν στα παραπάνω προσθέσεις και την κουλτούρα κακοποίησης που μοιάζει να είναι βαθιά ριζωμένη μέσα μας, βλέπεις μπροστά στα μάτια σου συμπληρωμένο ολόκληρο το παζλ. Και η εικόνα που εμφανίζεται δεν είναι διόλου κολακευτική για κανέναν. Πρωτίστως για τον τύπο που χτυπά και βασανίζει ένα ζώο και προσπαθεί με λουριά και πανιά να καλύψει τις πληγές του. Δευτερευόντως (ή και όχι) για τον τουρίστα που χαμογελαστός θα συναινέσει στην κακοποίηση στηρίζοντας οικονομικά τον θύτη και -τέλος- (ή και όχι) για όλους εμάς τους υπόλοιπους που εξαντλούμε την αγανάκτηση και την αντίδρασή μας δίχως να εγκαταλείπουμε την άνετη θέση του απλού θεατή και παρατηρητή των δυσάρεστων και ντροπιαστικών περιστατικών.