Όταν πήγα στο «Μονουμεντάλ»
Επικαιρότητα

Όταν πήγα στο «Μονουμεντάλ»

Τώρα, ξέρω... διάολε ότι το timing ήταν εξαίρετο. Και ότι το χειρότερο δυνατό θα ήταν στον τελικό των τελικών, την πολυαναμενόμενη σε όλο τον πλανήτη 24η Νοεμβρίου του 2018

Ήταν Νοέμβρης του 2004 και ως συμπατριώτης των πρωταθλητών Ευρώπης ένιωθες ποδοσφαιρικά αγέρωχος σε όποιο μέρος του κόσμου κι αν ταξίδευες. Ναι ακόμα και εκεί , στη μαμά – πατρίδα του «θεού», στη Μέκκα της μπάλας.

Μπορούσες (ωιμέ…) να κολλήσεις στην ίδια πρόταση με το «Μαραδόνα» το «Zagorakis», τελώντας ακόμη υπό την επήρεια της μέθης εκείνου του καλοκαιριού. Πήγαμε 12 Έλληνες νοματαίοι σε κοτζάμ Αργεντινή και μόνο… τουπέ δεν είχαμε σε μια ποδοσφαιρο-κουβέντα.

Στο «Μονουμεντάλ» βέβαια ξέραμε ότι θα πάμε με το βλέμμα χαμηλά. Για «προσκύνημα», με διάθεση σχεδόν κατανυκτική. Ένας από τους λόγους του ταξιδιού ήταν και το Ρίβερ Πλέιτ – Μπόκα Τζούνιορς. Η «ατυχία» ήταν ότι αμφότερες είχαν τεθεί εκτός διεκδίκησης του τίτλου ενόψει του superclasico για την 14η αγωνιστική του Απερτούρα.

Βέβαια όταν πρόκειται να δεις live τη μητέρα των μαχών στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο τίποτε γύρω σου δεν μοιάζει ατυχές. Ακόμα και η εικόνα των παιδιών που σου άνοιγαν την πόρτα του ταξί για ένα φιλοδώρημα στην άρτι χρεοκοπημένη μητρόπολη. Αλλά αυτό είναι μια άλλη, πολύ μεγαλύτερη, κουβέντα.

Εν προκειμένω, η φτώχεια ήταν ένας από τους λόγους που μας είχαν συμβουλέψει να μην πάρουμε τίποτα μαζί μας στο γήπεδο, από εξοπλισμό (φωτογραφικές μηχανές) έως και τιμαλφή. Τα κινητά ήταν βαθιά χωμένα σε κάποια τσέπη. Ο άλλος ήταν ασφαλώς ο χουλιγκανισμός.

Η διαδρομή προς το γήπεδο θα ήταν «ελεγχόμενη», μέσα σε κάποιο μπούγιο οπαδών της Ρίβερ, κανείς όμως δεν μπορούσε να σου εγγυηθεί ότι δεν θα έπεφτες πάνω σε κάποια ενέδρα των σκληροπυρηνικών της Μπόκα. Ή μάλλον ότι δεν θα έπεφτε μια τέτοια πάνω σου από το πουθενά…

Όταν πήγα στο «Μονουμεντάλ»

Λίγους μήνες, πριν τον Ιούνιο του ’04, είχε γίνει (κακή ώρα…) χαμός στο Μπουένος Άιρες, καθώς οι δύο τους είχαν ανταμώσει στα ημιτελικά του Κόπα Λιμπερταδόρες. Η κάτοχος του τροπαίου Μπόκα, είχε πάρει την πρόκριση μέσα στο «Μονουμεντάλ», στα πέναλτι, μετά τη νίκη της με 1-0 στο «Μπομπονέρα» και την ήττα με 2-1 στη ρεβάνς. Και τότε η κατάσταση είχε ξεφύγει πριν από τον επαναληπτικό, με χρήση σπρέι πιπεριού και συμπλοκές χούλιγκανς – αστυνομίας.

Τις μέρες που προηγήθηκαν του αγώνα είχαμε χορτάσει από αφηγήσεις για μαχαιρώματα και ραντεβού «θανάτου», που εμπλουτίζουν την ντόπια μυθολογία του ντέρμπι. Θυμάμαι ότι περπατήσαμε αρκετά για να φτάσουμε από το σημείο που μας άφησε το λεωφορείο έως ότου αντικρίσουμε φάτσα – κάρτα τις πύλες του «ναού».

Τα πάντα κυλούσαν ήρεμα, σε βαθμό… ανησυχίας. Να ήταν το ανύπαρκτο βαθμολογικό διακύβευμα; «Όχι», μας είχαν προϊδεάσει ότι σε ένα Ρίβερ – Μπόκα κάτι τέτοιο είναι ψιλά γράμματα.

Οι σημερινοί προπονητές των δύο ομάδων ήταν τότε αντίπαλοι. Ο Μαρσέλο Γκαγιάρδο στην 11αδα της Ρίβερ, ο Γκιγιέρμο Μπάρος Σελότο πρώτη αλλαγή στην Μπόκα. O νεόκοπος τότε σταρ Κάρλος Τέβες ήταν δίδυμο στην επίθεση με τον Μάρτιν Παλέρμο, στην άμυνα ο Ρολάντο Σκιάβι, στα χάφ ο Πάμπλο Λεντέσμα και Νο 1. ο Ρομπέρτο Αμπονταντσιέρι. Απέναντι τους, εκτός από τον Γκαγιάρδο, οι Χαβιέρ Μασεράνο, Μαρσέλο Σάλας, Μάξι Λόπες και ο Φράνκο Κοστάντσο!

Κατά τη διάρκεια του ματς πάντως περισσότερο κάναμε χάζι τους οπαδούς της Μπόκα, που είχαν καταλάβει το ένα πέταλο, παρά τους παίκτες. Οκ, και οι 50.000 της Ρίβερ, μέσα στους οποίους συμπεριλαμβανόμασταν κι εμείς (τρομάρα μας), δεν ήταν… αμελητέοι, αλλά τη «μαγική», ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα στο γήπεδο ενορχήστρωναν οι 2.000 κυανοκίτρινοι.

Όταν πήγα στο «Μονουμεντάλ»

Όχι δύσκολο να το φανταστείς, σε ένα εκτός έδρας superclasico ο φιλοξενούμενος θα «έστελνε» τα πρωτοπαλίκαρα του και η οπαδική εμπροσθοφυλακή των δύο μεγάλων του Μπουένος Άιρες διαφέρει από αυτές όλων των υπολοίπων. Ο ήχος του τυμπάνου και το τραγούδι σταμάτησαν μόνο στο ημίχρονο.

Έπιανες τον εαυτό σου να θέλει να συντονιστεί με το πέταλο, σιγουτραγουδώντας το θρυλικό «dale dale Boca», ήξερες όμως ότι ένα «κιχ» μπορεί να απέβαινε… μοιραίο. Παρηγοριά η σκέψη ότι το μενού είχε και «Μπομπονέρα» ακολούθως για ένα Μπόκα – Εστουδιάντες.

Είχες προετοιμαστεί να ζήσεις μια μυσταγωγία και η ατμόσφαιρα δικαίωνε τις μεγάλες προσδοκίες μας. Ο παροξυσμός γύρω σου, απέναντι και… παραπλεύρως σε διαπερνούσε από την κορφή έως τα νύχια. Ένιωθες σα να είχες τρυπώσει στο «ιερό» λατρείας μιας άλλης θεότητας. Αλλά, όχι, δεν μπορούσες να γίνεις ένα με αυτούς. Εκείνοι, εισέπραττες, είχαν γεννηθεί για αυτόν και μόνο το λόγο. Για να γίνουν οι ξεναγοί σου σε αυτό το ιερό. Οι μύστες σου σε μια αλλόκοτη θρησκευτική αίρεση.

Για την ιστορία, η Ρίβερ νίκησε 2-0, με γκολ (56’, 89’) δύο παικτών που είχαν περάσει αλλαγή, των Γκαστόν Φερνάντες και Νέλσον Κουέβας. Από σασπένς και θέαμα το εν λόγω ντέρμπι δεν έμεινε στην ιστορία. Στο θυμικό 12 Ελλήνων όμως προφανώς αποτελεί έως και σήμερα εμπειρία ζωής.

Εν τέλει αυτή ήταν μάλλον η όμορφη πλευρά του Superclasico. Διότι, όπως όλοι, ακόμα και αδαείς με το αντικείμενο, γνωρίζουν πλέον ότι υπάρχει και η σαθρή. Το ποδόσφαιρο δεν μπορεί να είναι αυτό που συμβαίνει τις τελευταίες ώρες στο Μπουένος Άιρες.

Όσο «μάτσο» και ατμοσφαιρικά μπορεί να μοιάζουν σε κάποιους όλα αυτά από… απόσταση ασφαλείας, για την κοινωνία της Αργεντινής συνιστούν ένα καμουφλαρισμένο φαινόμενο παθογένειας. Μία μάστιγα που κληροδοτείται από γενιά σε γενιά και αποτυπώνεται στην ευκολία με την οποία ένας οπαδός θα γίνει χούλιγκαν και επίδοξος φονιάς, εξαιτίας της μπάλας. Όχι λάθος, δεν κληροδοτείται, μεταλαμπαδεύεται ως έλλειψη παιδείας.

Οι οπαδοί της Ρίβερ απλώς έτυχε τούτη τη φορά να είναι οι «κακοί». Στον επαναληπτικό προημιτελικό του Κόπα Λιμπερταδόρες το 2015 το ματς διακόπηκε στο ημίχρονο, όταν οι της Μπόκα έσκισαν το πίσω μέρος της φυσούνας και επιτέθηκαν με σπρέι πιπεριού στους ποδοσφαιριστές της Ρίβερ. Το αποτέλεσμα ήταν να μη συνεχιστεί το ματς και οι φιλοξενούμενοι να πάρουν στα χαρτιά την πρόκριση, στο δρόμο για το τρίτο τρόπαιο της ιστορίας τους.

Η τάση όλων αυτών των ρομαντικών – του υποφαινόμενου μη εξαιρουμένου – που συνοψίζεται στο «against modern football» απαιτεί αναθεώρηση εδώ και τώρα. Σε αυτό το ιερό πάθος για την μπάλα, η άλλη όψη του νομίσματος δεν είναι τίποτε άλλο από το τυφλό μίσος. 

Ο πρόεδρος της Αργεντινής, Μαουρίτσιο Μάκρι, είχε πει κάτι που δυστυχώς τείνει να αποδειχτεί πολύ σοφό, προτού ακόμα οι δύο ομάδες αποκλείσουν τις Γκρέμιο και Παλμέιρας στα ημιτελικά. «Θέλω να προκριθεί τουλάχιστον μία βραζιλιάνικη ομάδα στον τελικό. Αν περάσουν Ρίβερ, Μπόκα θα έχουμε στο Μπουένος Άιρες τρεις εβδομάδες χωρίς ύπνο.

Τρεις εβδομάδες είναι πάρα πολλές και σε αυτό το διάστημα θα ζήσουμε μια “τρέλα”. Επιπλέον, θα πάρει περισσότερα από 20 χρόνια στον ηττημένο για να το ξεπεράσει», προφήτεψε ο Μάκρι με τη διορατικότητα του ανθρώπου που έχει διατελέσει επί 11 χρόνια πρόεδρος της Μπόκα Τζούνιορς.

Όχι, 20 χρόνια «αποθεραπείας» ύστερα από ένα χαμένο τρόπαιο, δεν μπορεί να είναι ποδόσφαιρο. Όπως δεν θα ήταν αν Ερυθρός Αστέρας και Παρτιζάν διεκδικούσαν π.χ. το Γιουρόπα Λιγκ, σε διπλά ματς στο Βελιγράδι.

Όπως δεν θα ήταν μπάσκετ αν Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός έφταναν να παίξουν σε «ΣΕΦ» και «ΟΑΚΑ», το τρόπαιο της Ευρωλίγκα. Η δυσφήμιση του προϊόντος θα ήταν ανάλογη. Και όπως και στην Αργεντινή θα παρέπεμπε στη φράση «δείξε μου τον οπαδό σου να σου πω τι κοινωνία είσαι».

Όταν προκρίθηκαν οι δυο τους στον τελικό του Κόπα Λιμπερταδόρες ο πρώτος τίτλος που μου ήρθε στο μυαλό για ένα άρθρο ήταν «το λάθος timing που βρέθηκα στο Μονουμεντάλ».

Τώρα, ξέρω… διάολε ότι το timing ήταν εξαίρετο. Το χειρότερο δυνατό θα ήταν στον τελικό των τελικών, την πολυαναμενόμενη σε όλο τον πλανήτη 24η Νοεμβρίου του 2018…