Γιατί το 2017 θα ναι πιο γκαντέμικο απ’ το ’16…

Χρειάστηκαν μόλις 10 μέρες μέσα στο 2017 για να αποδειχθεί ότι αυτή η χρονιά θα είναι για πέταμα.
Νικόλας Ακτύπης

Γράφει ο Νικόλας Ακτύπης

Βρείτε μας στο Facebook

Αν ήμουν κρασί, ο σομελιέ που θα άνοιγε ένα μπουκάλι «Νικόλας Ακτύπης» του 2017 θα ακολουθούσε τη γνωστή, τυπική διαδικασία. Θα έβαζε στο ridiculously overpriced κρυστάλλινο ποτήρι Βοημίας δύο δάχτυλα οίνου. Με περισπούδαστο ύφος θα το άφηνε να «αναπνεύσει» και αφού το έπιανε με την ειδική λαβή που γνωρίζουν μόνο οι όμοιοί του, θα το στριφογυρνούσε με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργήσει μια σπειροειδή κίνηση χάρη στην οποία το υγρό θα αγκάλιαζε το ποτήρι πριν επανέλθει στη φυσική του θέση. Μερικά δευτερόλεπτα παρατήρησης του χρώματος και της πυκνότητάς του στο φως, μια γερή γουλιά συνοδευόμενη με πλατάγιασμα της γλώσσας και λίγες στιγμές αργότερα θα έτρεχε γραμμή προς την πρώτη διαθέσιμη τουαλέτα για να ξεράσει…

Βλέπεις, φίλε μου, το 2017 κατάφερε μέσα σε μόλις δέκα μέρες να μου δείξει το πιο σκληρό του… πρόσωπο (ευτυχώς που δεν επέλεξε κάτι άλλο), μέσα από μια σειρά κακουχιών και αναποδιών που για ένα γεννημένο γκρινιάρη όπως εγώ, συνιστούν το τέλος του κόσμου.

Αδιαφορώντας λοιπόν πλήρως για το τι έχει συμβεί στον υπόλοιπο πλανήτη, εξιστορώ.

Με το θερμόμετρο ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ να δείχνει 6 βαθμούς Κελσίου, ομολογώ πως πείστηκα για αυτό που υποστήριζαν όλοι οι υπόλοιποι που μπαίνοντας μέσα έλεγαν «ωραίο, αλλά μια δροσιά την έχει» αρνούμενοι να βγάλουν τα μπουφάν τους. Από τις αρχές Δεκέμβρη άλλωστε είχα θεσπίσει ένα ειδικό κιτ καλεσμένων, το οποίο πρόσφερα σε συγγενείς και φίλους. Γάντια, σκούφος, καπότα τσοπάνη, σαλέπι, σταφίδες και μια μικρή σφυρίχτρα σε περίπτωση που αποκλειστούμε από τον παγετό σε όλους και το πάρτι μπορεί να ξεκινήσει.

Με τον Μπραντ Πιτ των μετεωρολόγων, Τάσο Αρνιακό να προειδοποιεί για την Αριάδνη δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Μετακομίζουμε! Ψάξε κούτες, βρες κούτες, φτιάξε κούτες, γέμισε κούτες. Καταραμένες κούτες παντού. Γεμάτες με ό,τι αγαπάω και με ό,τι χρειάζεται ένας άνθρωπος για να επιβιώσει. Υπομονή, έλεγαν οι φίλοι, σε λίγες μέρες θα τα θυμάσαι όλα αυτά και θα γελάς στο νέο (με φυσικό αέριο κουφάλες σπίτι σου). Κρατάς μόνο τα απαραίτητα. Οδοντόβουρτσα, οδοντόκρεμα, μια αλλαξιά και μια τοστιέρα. Έφτιαξα τόσο καραβίσιο τοστ εγώ που με βλέπεις που με πετάς άνετα στη γραμμή Χανιά-Πειραιάς να εξυπηρετώ όλους τους σέξι τσοπάνηδες του οροπεδίου Λασιθίου χωρίς να βρεθεί ούτε ένας να σηκώσει απειλητικά τη μαγκούρα του εναντίον μου.

Και κάπου εκεί… καταστρόφα. Αυτό που ξεκίνησε ως μια μικρή αδιαθεσία κι ένα συνεσταλμένο φτέρνισμα στο χώρο εργασίας (για να μην μας πούνε και χωριάτες) μετατράπηκε σε γρίπη Η1Ν1. Σ’ εμένα που είχα να αρρωστήσω από τότε που έβγαλα μαγουλάδες στην πρώτη δημοτικού κι έλαβα την καλύτερη δυνατή περίθαλψη που υπάρχει όταν ήρθε ο παππάς της ενορίας να με διαβάσει και να αλείψει τα φουσκωμένα μάγουλά μου με μύρο και λάδι…

Σ’ ένα σπίτι χωρίς θέρμανση, άρρωστος και περιφρονημένος, με μοναδική τροφή τοστ και δεκάδες κούτες αντί για έπιπλα. Τα παλικάρια όμως δεν λυγίζουν. Έπρεπε να τελειώνουμε με τη μετακόμιση. Πρώτα τα σημαντικά. Το ίντερνετ! Γραμμή στον ΟΤΕ για τη μεταφορά της γραμμής. Έπρεπε να την περιμένω την γκέλα. Ο υπάλληλος ήταν χαμογελαστός και εξυπηρετικότατος. «Κάποιο λάκκο έχει η φάβα, φυλάξου», σκέφτηκα. Ο άνθρωπος μου εξήγησε πως σε τρεις μέρες η μεταφορά θα είχε τελειώσει. «Χιούστον γουι χεβ ε προμπλεμ», του είπα. «Δεν με λένε Χιούστον, αλλά Βαγγέλη», απάντησε. «Δεν είναι αυτό το θέμα μας νεαρέ. Το θέμα μας είναι ότι η μετακόμιση είναι προγραμματισμένη να γίνει σε έξι μέρες. Δεν μας βγαίνει, οπότε ΑΚΥΡΩΣΕ την αίτηση φορητότητας και τα λέμε ξανά».

Το επόμενο πρωί ξανά καταστρόφα. Μετά από 19 τηλεφωνήματα και ισάριθμες συνομιλίες ΚΑΝΕΙΣ δεν μπορούσε να μου εξηγήσει γιατί εγώ δεν είχα ούτε τηλέφωνο, ούτε ίντερνετ. Έγινε κάποιο συστημικό σφάλμα και δεν είστε πια πελάτης μας, δεν έχετε γραμμή, το νούμερό σας δεν ισχύει και θα πρέπει να κάνετε ξανά αίτηση για νέο τηλέφωνο ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσα πριν χιμήξω με πρόθεση να δαγκώσω στο γουργούρι τον χαμογελαστό και εξυπηρετικότατο υπάλληλο που λέγαμε.

«Δεν πειράζει αγάπη μου, ευκαιρία για μια νέα φρέσκια αρχή», άκουσα (από το ένα αυτί γιατί το άλλο είχε κλείσει λόγω του κρυώματος), «μεθαύριο θα είμαστε στο νέο, ζεστό σπιτάκι και θα νιώσεις καλύτερα». ΟΚ.

Επόμενη στάση ΔΕΗ για να μπει στο όνομα του νοικοκύρη, δηλαδή εμού του ιδίου. Παίρνοντας θάρρος από το πόσο γρήγορες (αλλά ΓΤΠΚ) ήταν οι διαδικασίες του ΟΤΕ, φαντάστηκα ότι κάτι αντίστοιχο θα ήταν κι εδώ. «Μμμμμ θα χρειαστούν περίπου 15 μέρες για να γίνει η αλλαγή και να ηλεκτροδοτηθεί η οικία», είπε με ύφος χιλίων καρδιναλίων η ΠΑΣΟΚτζού που καθόταν στην πολυθρόνα της, στη γραφειάρα της, με τη ζέστη της. Με όλα αυτά, δηλαδή, που ΔΕΝ ΕΙΧΑ εγώ! Διάολε, δις ιζ ντέιντζερους. Έχω κολλήσει στη ζώνη του λυκόφωτος. Πληρώνω ταυτόχρονα ενοίκια για δύο σπίτια. Το ένα είναι γεμάτο κούτες, δεν έχει θέρμανση, δεν έχει τηλέφωνο, δεν έχει ίντερνετ, αλλά μόνο μια τοστιέρα και χιλιάδες μυξιασμένα χαρτομάντιλα. Το άλλο έχει και γαμώ τις ζέστες μέσα, αλλά τίποτα άλλο.

Πάμε, δεν χάνουμε την αισιοδοξία μας, 10-15 μέρες είναι θα περάσουν. Ίσως μπορέσω κι εγώ να μπω σε μια υποτυπώδη χειμερία νάρκη γι’ αυτό το διάστημα. Θα ρωτήσω πώς γίνεται εκείνη την καφέ αρκούδα που μπερδεύτηκε και πέρασε το σαλόνι μου για οροσειρά της Πίνδου κι έχει μετοικήσει την τελευταία εβδομάδα. Κάτι θα γίνει. Ίσως ξέρει περισσότερα ο αυτοκρατορικός πιγκουΐνος που διέσχισε το μισό πλανήτη μέχρι να φτάσει από την Ανταρκτική στην μπανιέρα μου. Ελπίζω να μην το κολλήσω το ζωντανό.

Κάτι τέτοιες οικολογικές σκέψεις έκανα καθώς είδα το αμάξι μου θαμμένο στο χιόνι. Ας σταματήσω εδώ για ένα λεπτό, να κατέβω από το μηχανάκι για να σηκώσω τους υαλοκαθαριστήρες μωρέ, μην πάθω καμιά ζημιά. Ε, έπαθα. Πρώτη φορά στη ζωή μου είδα δίτροχο να λιποθυμάει πάνω σε διπλό σταντ. Ήταν το δικό μου, το οποίο έπεσε με όλη του τη χάρη πάνω σε σταθμευμένο όχημα ενός κυρίου που μόλις πλησίαζε και αυτός για να σηκώσει τους δικούς του υαλοκαθαριστήρες και είδε όλο το σκηνικό.

«Μη φωνάζεις και μη βαράς, άρρωστος άνθρωπος είμαι. Θα σου κάνω δήλωση», τον κάλμαρα καθώς εκτιμούσα τη δική μου ζημιά. Το έκανε ο μηχανικός. 100 ευρωλάκια για μάσκα, φως, δύο φλας. Μπιούτιφουλ.

Επέστρεψα στους 6 βαθμούς Κελσίου. Έφτιαξα 8 τοστ, άνοιξα τον υπολογιστή και κοιτάζω το ντέσκτοπ. Η ζωή είναι ωραία στην Αλάσκα. Σε ευχαριστώ 2017, μόνο άλλες 354 μέρες έμειναν, δεν με βλέπω να τη βγάζω καθαρή. Ελπίζω όσοι διαβάζετε αυτές τις γραμμές να κολλήσατε γρίπη. Έτσι είμαι εγώ, μ’ αρέσει να μοιράζομαι. Ακόμη και τον πυρετό μου.