«Είχες ανάγκη από λεφτά;»: Η αποστομωτική απάντηση του Νίκου Ρίζου στην ερώτηση δημοσιογράφου γιατί έπαιξε σε βιντεοκασέτες
Βρείτε μας στο

«Να είσαι σεμνός Νίκο», του έλεγε ο καλός φίλος του με την πείρα του καλλιτέχνη που είχε ήδη διανύσει τη διαδρομή προς την καταξίωση, ο Ορέστης Μακρής.

«Όσο ψηλά κι αν φτάσεις – γιατί βλέπω ότι έχεις ψυχή και θα φτάσεις – ποτέ μη φουσκώσεις», ήταν μία από τις συμβουλές που τήρησε έως το τέλος της ζωή του ο πιο διάσημος κοντός του ελληνικού κινηματογράφου, ο γιγαντιαίος σε ταλέντο και ήθος Νίκος Ρίζος. Του είχε πει και τούτο ο Μακρής. «Βλάχο, πάνω στη σκηνή θα πεθάνεις εσύ με τέτοιο ταλέντο».

Και σε αυτό… συνεπής αποδείχτηκε. Έως την τελευταία μέρα της ζωής του ο Ρίζος έπαιζε σε παράσταση, στο θέατρο Περοκέ, μαζί με τους Κώστα Βουτσά και Στάθη Ψάλτη στο «Καλομελέτα και έρχεται». Έφυγε εντελώς ξαφνικά στα 75 χρόνια του, από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, στις 20 Απριλίου του 1999.

Τρία χρόνια νωρίτερα ο Ρίζος είχε δώσει μία από τις πιο «αντιπροσωπευτικές» συνεντεύξεις της ζωής του, στην εμβληματική τηλεοπτική εκπομπή «Νυχτερινός Επισκέπτης» του σπουδαίου δημοσιογράφου Άρη Σκιαδόπουλου. Ένα βίντεο – ντοκουμέντο του ανθρώπου που ξέρει ποιος είναι, ξέρει τι αξίζει και τι έχει κάνει στη ζωή του. Ζει με καθαρό κούτελο και με τη σεμνότητα που τον συμβούλεψαν οι σεβάσμιοι πρεσβύτεροι του. Δεν έχει να φοβηθεί καμία ερώτηση για το παρελθόν του και από τον τρόπο που ξεστομίζει τις αλήθειες του σου μεταδίδει τη βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει ίχνος ψεύδους, επίδειξης ή προσποίησης σε αυτές. Η ποιότητα του λόγου του και ο τρόπος με τον οποίο αφηγείται τα γεγονότα σε κάθε συνέντευξη του ο Ρίζος, έχουν αυτή την καθηλωτική δύναμη που θα μπορούσαν να διδάσκονται σε σεμινάριο.

Δουλειά του δημοσιογράφου σε μια συνέντευξη δεν είναι να χαϊδεύει αυτιά. Προφανώς δεν γίνεται να μην υποπέσεις σε αυτό τον πειρασμό όταν έχεις απέναντι ένα ζωντανό θρύλο της υποκριτικής, ο Σκιαδόπουλος όμως έκανε και το άλλο: δεν δείλιασε να γίνει «ενοχλητικός». Να προσπαθήσει να στριμώξει τον συνομιλητή του με μια άβολη ερώτηση. «Γιατί γύρισες βιντεοταινίες; Δεν είχες ούτε ανάγκη από λεφτά, ούτε ανάγκη από δόξα», ήταν το ερώτημα μετά από τη σχετική επισήμανση ότι θα ήταν «δύσκολο».

Ο Ρίζος βέβαια δεν ήταν, όπως προαναφέρθηκε, από αυτούς που θα μπορούσαν εύκολα να στριμωχθούν. Ο δημοσιογράφος πήρε το ρίσκο γνωρίζοντας πιθανότατα εκ των προτέρων ότι η απάντηση θα έκανε εκείνον να νιώσει… άβολα. Όπως και συνέβη μετά την αποστομωτική απάντηση του Ρίζου. «Και ποιος σου είπε ότι αυτές οι ταινίες με έβλαψαν; Μπορείς εσύ να το ξέρεις αυτό το πράγμα και να μην το ξέρω εγώ που γύρισα τρεις φορές την Ελλάδα; Και δεν βρέθηκε ένας άνθρωπος να μου πει “Ρε Ρίζο γιατί γύρισες αυτή την κασέτα ρε”; Δεν βρέθηκε ούτε ένας Έλλην! Μύλος είναι και αλέθει. Όλα τα αλέθει. Αρκεί να τα αλέσεις καλά…»

Και πρόσθεσε ο μεγάλος κωμικός, ολοκληρώνοντας την έμπλεη σοφίας απάντησης του. «Και ποιος σου είπε ότι το 80% των Ελλήνων ηθοποιών δεν γύρισε κασέτα, έχοντας ανάγκη από λεφτά; Και έζησε, σε μια δύσκολη εποχή, όταν ο κινηματογράφος είχε πεθάνει»;

Ο Ρίζος είχε πει με το δικό του τρόπο ότι δεν υπάρχει δουλειά που να είναι ντροπή, υπάρχει μόνο ντροπιαστικός τρόπος να τη διεκπεραιώνεις…