Εκτός των όποιων συζητήσεων που λαμβάνουν χώρα για το ουκρανικό ζήτημα παραμένει η Ελλάδα. Παρά το γεγονός ότι σε απόλυτους αριθμούς μιλάμε για την 3η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη εντός του ΝΑΤΟ, η χώρα μας δεν συμμετέχει στα «στρογγυλά τραπέζια», με πολλούς να εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους για την απουσία της.
Όπως αναφέρει και η πιο εξειδικευμένη σε στρατιωτικά θέματα ιστοσελίδα flight.com.gr, μέσα στους κόλπους της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, ο ελληνικός στρατός αναδεικνύεται 3ος. Φυσικά, πέρα από κάθε σύγκριση, στην κορυφή της σχετικής λίστας είναι προφανώς οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, για να ακολουθήσει στην 2η θέση αυτός της Τουρκίας.
Η Ελλάδα ναι μεν συμπληρώνει την πρώτη τριάδα και απέχει πολύ από τους υπόλοιπους, ωστόσο αυτή η υπεροπλία (στην κυριολεξία κιόλας) δεν μεταφράζεται και σε πραγματική ισχύ σε επίπεδο διαπραγματεύσεων και γεωστρατηγικών πλεονεκτημάτων.
Ισχυρότατη δύναμη
Οι αριθμοί δεν λένε ψέματα τις περισσότερες φορές. Και αυτοί που αφορούν στην στρατιωτική ισχύ είναι πολύ συγκεκριμένοι και δεν χωρούν την παραμικρή αμφισβήτηση. Τα νούμερα για την Ελλάδα είναι πραγματικά τεράστια, ειδικά αν συγκριθούν με το μέγεθος της χώρας, αλλά ακόμη και σε απόλυτους αριθμούς δεν υπάρχει σύγκριση σε ό,τι αφορά μετρήσιμα χαρακτηριστικά όπως οι οπλίτες, τα άρματα, τα τεθωρακισμένα, τα αυτοκινούμενα πυροβόλα κ.τ.λ.
Απολύτως χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα με τα τεθωρακισμένα άρματα μάχης ή τανκς όπως έχουμε συνηθίσει να τα αποκαλούμε στην καθομιλουμένη. Εκεί στην κορυφή φιγουράρουν οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής με 4.567 στην υπηρεσία του ΝΑΤΟ, με την Τουρκία να είναι δεύτερη κατέχοντας 2.231 και την Ελλάδα να ακολουθεί με 1.365.
Από εκεί και πέρα… το χάος!
Η Πολωνία διαθέτει 612, η Ρουμανία 345, η Ισπανία 327, ενώ αυτές που θεωρούμε παραδοσιακά μεγάλες στρατιωτικές υπερδυνάμεις βρίσκονται πολύ πιο πίσω. Για παράδειγμα, η Γερμανία που μονοπωλεί όλες τις συζητήσεις σχετικά με την Ουκρανία αλλά και άλλες ΝΑΤΟϊκές αποστολές κατά καιρούς, έχει να αντιπαραθέσει μόλις 295 τανκς και η Γαλλία είναι ακόμη πιο πίσω με 222, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο ίσα που καταφέρνει να κλείσει το top-10 με 213.
Σε σχέση με το μέγεθός της ψηλά συναντάμε την Βουλγαρία με 215, την Ουγγαρία με 208, περίπου όσα έχουν και οι Βρετανοί, δηλαδή, αλλά και την Φινλανδία με 200. Τον ίδιο αριθμό αρμάτων (200) έχει η γειτονική σε εμάς Ιταλία και από εκεί και πέρα –αν εξαιρέσεις την Σουηδία (120) πάμε σε διψήφιους αριθμούς οι οποίοι δεν πλησιάζουν καν τα 100.
Γιατί συμβαίνει αυτό;
Αν και πολλοί ίσως κάνουν λόγο για «φτωχούς συγγενείς» του ΝΑΤΟ, η αλήθεια δεν είναι αυτή. Προφανώς και η συμμετοχή σε τέτοιου τύπου συζητήσεις δεν σχετίζονται μόνο με την στρατιωτική δύναμη κάθε χώρας. Γι’ αυτό άλλωστε είναι πάντα παρούσα σε αυτές η Γερμανία η οποία βάσει συνθηκών έχει περιορισμούς στον στρατό που μπορεί να έχει. Όμως ακόμη κι έτσι, η Ελλάδα θα μπορούσε να δίνει το παρών, όπως άλλωστε έχει συμβεί κατά καιρούς με πολλούς άλλους στρατιωτικούς εταίρους μας.
Η Ελλάδα είναι απούσα επί της ουσίας από επιλογή. Διαχρονικά, άλλες λιγότερο άλλες περισσότερο, οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν δείχνουν διατεθειμένες να συνεισφέρουν σε αποστολές της Συμμαχίας. Ακόμη κι όταν γίνεται λόγος για καθαρά ειρηνευτικές δυνάμεις σε κάποιο σημείο του πλανήτη, η συμμετοχή του ελληνικού στρατού είναι απειροελάχιστη.
Αυτό συμβαίνει κατά κύριο λόγο εξαιτίας και της γενικότερης κατάστασης στην πατρίδα μας. Η πλειοψηφία του λαού και κατά συνέπεια του εκλογικού σώματος, ποτέ δεν έβλεπε με καλό μάτι τέτοιου τύπου εκδηλώσεις. Με λίγα λόγια, οι Έλληνες δείχνουν να συμφωνούν μέχρι ενός βαθμού στα εξοπλιστικά προγράμματα ώστε να θωρακιστεί η άμυνα της χώρας έναντι της Τουρκίας, αλλά μέχρι εκεί.
Θεωρούν δηλαδή δικαιολογημένη την αγορά αεροσκαφών, φρεγατών και άλλων ως κάτι σαν αναγκαίο κακό, υπό την έννοια της αίσθησης απειλής από την Τουρκία. Όταν, όμως, ερωτηθούν για το αν η Ελλάδα πρέπει να στέλνει στρατό σε ΝΑΤΟϊκές υποθέσεις, τα πράγματα αλλάζουν και οι περισσότεροι είναι αρνητικοί. Μια κατάσταση η οποία παγιώθηκε μετά την εισβολή (της… συμμάχου μας, μην ξεχνάμε) Τουρκίας στην Κύπρο και έγινε ακόμη χειρότερη μετά τους βομβαρδισμούς κατά των «φίλων» Σέρβων στον εμφύλιο της Γιουγκοσλαβίας.