Για χρόνια πιστεύαμε ότι οι μύες είναι απλώς το «μηχανικό» κομμάτι του σώματός μας. Μας βοηθούν να σηκώνουμε βάρη, να τρέχουμε, να ανεβαίνουμε σκάλες. Η ενδυνάμωση θεωρούνταν και εξακολουθεί να θεωρείται από τους περισσότερους υπόθεση αισθητικής. Καλύτερο σώμα, περισσότερη δύναμη, μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.
Ξέραμε βέβαια ότι η άσκηση κάνει καλό. Δεν ξέραμε όμως πόσο βαθιά συνδέεται με την καρδιαγγειακή και μεταβολική μας υγεία. Δεν ξέραμε ότι κάθε φορά που οι μύες μας συσπώνται, ενεργοποιείται ένα ολόκληρο βιοχημικό δίκτυο που λειτουργεί σχεδόν σαν φαρμακευτική παρέμβαση.
Σήμερα η βιολογία έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο που βλέπουμε τον σκελετικό μυ. Δεν είναι απλώς ένας μηχανικός ιστός, αλλά ένα μεταβολικό όργανο με ορμονική δράση. Κάθε φορά που συσπάται, απελευθερώνει ουσίες – τις λεγόμενες μυοκίνες – που στέλνουν σήματα σε ολόκληρο το σώμα: στο ήπαρ, στο λίπος, στο πάγκρεας, ακόμη και στον εγκέφαλο. Αυτός ο «διάλογος» επηρεάζει ολόκληρο το μεταβολισμό μας και δρα σαν ασπίδα απέναντι στο μεταβολικό σύνδρομο και την αντίσταση στην ινσουλίνη.
Αντίσταση στην ινσουλίνη και φλεγμονή
Η ινσουλίνη είναι μια ορμόνη που ρυθμίζει την είσοδο του ζαχάρου στα κύτταρα. Όταν καταναλώνουμε παραπάνω ζάχαρη απ’ όση χρειάζονται τα κύτταρα του οργανισμού (μυών, λίπους, ήπατος), αυτά στην προσπάθεια τους να προστατευτούν από την περίσσια ζάχαρη, σταματούν να ανταποκρίνονται στην ινσουλίνη. Η μειωμένη ανταπόκριση των κυττάρων στην ινσουλίνη ονομάζεται αντίσταση στην ινσουλίνη και είναι ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που επιβαρύνει την ανθρώπινη υγεία.
Η μειωμένη ανταπόκριση του οργανισμού στην ινσουλίνη, οδηγεί στην έκκριση μεγαλύτερης ποσότητας ινσουλίνης. Το πάγκρεας παράγει περισσότερη για να αντισταθμίσει τη μειωμένη απόκριση των κυττάρων, οδηγώντας σε υψηλά επίπεδα ινσουλίνης στο αίμα. Το αποτέλεσμα είναι να απορρυθμίζεται ο τρόπος που το σώμα διαχειρίζεται την ενέργεια, την φλεγμονή, τη λειτουργία του ανοσοποιητικού και του οργανισμού συνολικά.
Αν αυτό έχει διάρκεια εγκαθίσταται μια χαμηλού βαθμού χρόνια φλεγμονή. Και όσο αυτή η κατάσταση παραμένει, όλο και αυξάνονται οι πιθανότητες εμφάνισης διαβήτη τύπου 2, καρδιαγγειακών νοσημάτων και διαταραχών στο ήπαρ.
Ενδοκρινική παρέμβαση μέσω επικοινωνίας
Αυτό που γνωρίζουμε πια είναι ότι ο μυς μπορεί να ανακόψει αυτή την πορεία, αρκεί να ενεργοποιηθεί. Οι μυοκίνες που εκκρίνονται από τις συσπάσεις των μυών είναι βιοδραστικές πρωτεΐνες που λειτουργούν σαν ορμονικά σήματα. Ταξιδεύουν μέσω του αίματος και επηρεάζουν απομακρυσμένους ιστούς. Ρυθμίζουν τον μεταβολισμό της γλυκόζης, την καύση των λιπών, τη μιτοχονδριακή λειτουργία (δηλαδή την «παραγωγή ενέργειας» μέσα στα κύτταρα), κατ’ επέκταση και τη φλεγμονή.
Δεν είναι όλες οι μυοκίνες ίδιες. Ορισμένες δρουν προστατευτικά, άλλες επιβαρυντικά όταν βρίσκονται σε λάθος περιβάλλον. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ιντερλευκίνη-6: όταν παράγεται από τον μυ κατά την άσκηση βοηθά τον μεταβολισμό. Όταν όμως εκκρίνεται από το λίπος σε συνθήκες παχυσαρκίας, σχετίζεται με φλεγμονή. Το ίδιο μόριο, διαφορετική βιολογική επίδραση υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Αυτό που κρατάμε κι εδώ βέβαια είναι η σημασία της άσκησης.
Με κάθε κίνηση, οι μύες στέλνουν σήματα που επαναρρυθμίζουν τον μεταβολισμό. Δεν πρόκειται απλώς για καύση θερμίδων. Είναι ενδοκρινική παρέμβαση. Το σχετικά νέο επιστημονικό εύρημα είναι ότι η άσκηση δρα σαν φάρμακο όχι επειδή καίει, αλλά επειδή «επικοινωνεί».
Μυς και λίπος: μια σχέση ισορροπίας
Ο λιπώδης ιστός δεν είναι παθητικός. Εκκρίνει κι αυτός σήματα (λιποκίνες). Σε υγιή κατάσταση υπάρχει ισορροπία μεταξύ των σημάτων του μυ και του λίπους.
Στην καθιστική ζωή όμως, η ισορροπία χάνεται. Το λίπος στέλνει περισσότερα φλεγμονώδη σήματα, ενώ ο μυς – επειδή δεν ενεργοποιείται – στέλνει λιγότερα προστατευτικά. Η καθιστική ζωή, στην ουσία, είναι βιοχημικό μήνυμα δυσλειτουργίας.
Η απώλεια μυϊκής μάζας με την ηλικία (σαρκοπενία) δεν είναι μόνο θέμα δύναμης ή κινητικότητας. Λιγότερος μυς σημαίνει χαμηλότερη κατανάλωση γλυκόζης, λιγότερη παραγωγή μυοκινών και χειρότερη μεταβολική ρύθμιση.
Αυτό εξηγεί γιατί άτομα με μειωμένη μυϊκή μάζα εμφανίζουν συχνότερα διαβήτη και καρδιαγγειακή νόσο. Ο μυς λειτουργεί ως «αποθήκη» και ρυθμιστής γλυκόζης. Όσο μικραίνει, μειώνεται η μεταβολική μας άμυνα.
Η μυϊκή μάζα ως δείκτης υγείας
Η σύγχρονη μεταβολική ιατρική έχει ξεπεράσει το απλοϊκό μοντέλο «θερμίδες μέσα – θερμίδες έξω». Το σώμα λειτουργεί ως δίκτυο οργάνων που «συνομιλούν» μεταξύ τους. Η άσκηση, ιδιαίτερα η προπόνηση αντίστασης σε συνδυασμό με αερόβια δραστηριότητα, αποκαθιστά αυτή τη «συνομιλία». Μειώνει τη μυοστατίνη (που περιορίζει τη μυϊκή ανάπτυξη), αυξάνει προστατευτικές μυοκίνες όπως η ιρισίνη και επαναφέρει την ευαισθησία στην ινσουλίνη. Δεν είναι απλώς μία δράση ευεξίας, αλλά μια κανονική βιολογική παρέμβαση.
Δεν μπορούμε να μιλάμε για διαβήτη, μεταβολικό σύνδρομο, φλεγμονή και καρδιοπάθεια χωρίς να μιλάμε για μυ. Η διατήρηση και ενίσχυση της μυϊκής μάζας δεν είναι πολυτέλεια, ούτε αισθητική επιλογή. Είναι βασικός πυλώνας πρόληψης.
Η κίνηση ενεργοποιεί ένα ενδογενές «φαρμακείο» που βρίσκεται ήδη μέσα μας. Οι μύες μας δεν είναι μόνο δύναμη. Είναι μεταβολική ασπίδα.
Το πιο σημαντικό μήνυμα είναι ότι αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε την αντίσταση στην ινσουλίνη και τη χρόνια φλεγμονή, το πρώτο εργαλείο δεν βρίσκεται στο φαρμακείο, αλλά στο ίδιο μας το σώμα.
Αυτά και άλλα πολλά εξηγεί με τον πιο προσιτό επιστημονικά τρόπο ο – διαπρέπων στο πεδίο μετάδοσης ιατρικής γνώσης – γιατρός Γεώργιος Κοντιζάς, μέσω της σελίδας του στο Facebook.
Η αλήθεια είναι ότι βοηθάει και μας να κατανοήσουμε κάποιους επιστημονικούς όρους που χωρίς τις παρομοιώσεις του θα ήταν δυσνόητοι και να επικοινωνήσουμε στο κοινό πολύτιμα επιστημονικά ευρήματα.