Φρεγάτα ΚΙΜΩΝ

Φρεγάτες Belharra: Είναι τελικά τα «ξύλινα τείχη» που αναζητούνταν;

Η απάντηση σε ένα ερώτημα που θα έπρεπε να απασχολεί όλους μας

Του Γιάννη Χαϊδεμένου

Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 2020. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ισορροπούν σε τεντωμένο σκοινί, εν μέσω μιας παρατεταμένης περιόδου έντασης που ξεκίνησε με τα γεγονότα του Έβρου και κορυφώθηκε με την κρίση στο Αιγαίο. Το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό έφερε εις πέρας έναν πραγματικό άθλο, κινητοποιώντας το σύνολο των σκαφών του για παρατεταμένη μάλιστα χρονική περίοδο, αντιμετωπίζοντας επιτυχώς τις προκλήσεις σε μια κατάσταση που αργότερα αναγνωρίστηκε ότι απείχε μόνο ένα βήμα από τη θερμή εμπλοκή. Οι εικόνες της περιόδου έγιναν μέχρι και viral με την περίφημη «επακούμβηση» της φρεγάτας Λήμνος στην GIAVUZ.

Και επρόκειτο για επίτευγμα των στελεχών και των πληρωμάτων απέναντι σε μια σκληρή πραγματικότητα στην οποία ο στόλος στην πλειονότητά του αποτελούνταν από πλοία η ηλικία των οποίων συχνά ξεπερνούσε αυτή των… κυβερνητών τους. Πλοία που τα πιο παλιά εκ των οποίων, όπως οι φρεγάτες «S», είχαν αφεθεί στην τύχη τους με συστήματα άλλων εποχών, ενώ η αναβάθμιση των τεσσάρων ισχυρότερων φρεγατών κλάσης ΜΕΚΟ απλά χάνονταν στη νιρβάνα της ελληνικής αναβλητικότητας και της ψευδαίσθησης των ήρεμων νερών.

Η κατάσταση αυτή έφερε ουσιαστικά την πολιτική ηγεσία έναντι τετελεσμένων, καθώς στην περίπτωση διατήρησης του ισχύοντος status quo, το αποτέλεσμα για την Ελλάδα θα μπορούσε να αποβεί οδυνηρό σε μια ενδεχόμενη, επόμενη κρίση.

Έτσι με τους γνωστούς ελληνικούς ρυθμούς και παράπλευρες μεθόδους η ελληνική κυβέρνηση εκκίνησε την τύποις διαγωνιστική διαδικασία επιλογής της επομένης φρεγάτας του ΠΝ η αλλιώς του κυρίως σκάφους επιφάνειάς του για τις επόμενες 10ετίες. Μια διαδικασία που σκωπτικά ονομάστηκε «φρεγατιάδα» και περιείχε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά της σουρεαλιστικής εγχωρίας λογικής προσέγγισης των πραγμάτων.

Με υποψήφια σκάφη από τις ΗΠΑ, Γαλλία, Γερμάνια, Ιταλία και Ισπανία, το ελληνικό ΠΝ μέσω πιέσεων των γνωστών εξωθερμικών κύκλων που λυμαίνονται χρόνια τον χώρο της Εθνικής Άμυνας, δημοσιογραφικών «ανεξάρτητων ειδικών», αλλά και εξωτερικών πιέσεων, κινδύνευσε να υποχρεωθεί να επιλέξει το πλέον ακατάλληλο, υποεξοπλισμένο, αλλά και ασύμφορο οικονομικά σκάφος: την αμερικανική δηλαδή υποψηφιότητα, το «LCS», το οποίο είχε μάλιστα κριθεί από το ίδιο το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ (USN) ως το πλέον αποτυχημένο πρόγραμμα έχοντας ήδη διακοπεί και στην χωρά μας έλαβε τον απαξιωτικό τίτλο «αλουμινότρατα».

Για το τι πλοίο προωθούνταν αρκεί να επισημανθεί ότι είχε περιληφθεί και στην εξίσου αποτυχημένη λίστα Μπλίνκεν, οπότε η ελληνική πλευρά τελικά αρνήθηκε να το δεχτεί ακόμα και σχεδόν δωρεάν.

Η σωτήρια γεωπολιτική καραμπόλα

Ο από μηχανής θεός που έσωσε το ΠΝ από μια τραγική επιλογή που θα υπονόμευε το μέλλον του (εκτός από την έντιμη στάση των στελεχών του), ήταν μια γεωπολιτική  καραμπόλα. Την ίδια περίοδο η αυστραλιανή κυβέρνηση έχει μόλις ακυρώσει μια κολοσσιαία συμφωνία με την Γαλλία, με αντικείμενο την ναυπήγηση 12 υποβρυχίων ύψους 56 δισ. ευρώ, στρεφομένη τελικά προς τις ΗΠΑ με την  συμφωνία AUKUS.

Οι Γάλλοι με την απώλεια της παραγγελίας, βρισκόμενοι με την πλάτη στον τοίχο, και ψάχνοντας απεγνωσμένα πελάτες κάνουν τότε στην ελληνική κυβέρνηση μια προσφορά εξαιρετικά δελεαστική. Προσέφεραν μια έκδοση της φρεγάτας FDI-HN η αλλιώς Belharra ισχυρότερα εξοπλισμένη από την γαλλική εκδοχή της, προσαρμοσμένη στις ελληνικές απαιτήσεις και με 2 βασικά πλεονεκτήματα.

Μια γενναία έκπτωση (περίπου 3 δισ. για 3 σκάφη με προαίρεση για 1 ακόμη) και συμπιεσμένους χρόνους παράδοσης αφού στο ΠΝ θα παραδίδονται κατά προτεραιότητα και πλοία που προορίζονταν για το γαλλικό ΠΝ. Στο τελευταίο γεγονός βέβαια υπάρχει και η βάσιμη κριτική για το ότι υπό την πίεση των γρήγορων παραδόσεων δεν επιδιώχθηκε εγχώριο ποσοστό συμπαραγωγής ή ναυπήγηση στην χώρα, εκτός από κάποιο μικρό σχετικά έργο κατασκευής «block» (προκατασκευασμένα κομμάτια) που αναλήφθηκε από τα ναυπηγεία Σαλαμίνας.

Τα υπόλοιπα είναι ιστορία η οποία και εξελίχθηκε ταχύτατα. Από την υπογραφή της συμβάσης πάνω στο Αβέρωφ την 25η Μαρτίου του 2022 δεν πέρασαν παρά τρία χρόνια ώστε το πρώτο σκάφος, η φρεγάτα «ΚΙΜΩΝ» να παραδοθεί στο ΠΝ το Δεκέμβρη του 2025 σηματοδοτώντας την σημαντικότερη ενίσχυση των τελευταίων 10ετιών.

Η άφιξη του «ΚΙΜΩΝ» στο ναύσταθμο αξιοποιήθηκε στο μέγιστο επικοινωνιακά (με μια υποδοχή που θα ζήλευε και ο Πάνος Καμμένος…) από την πολιτική ηγεσία ως το υπέρτατο όπλο που θα επιβάλλει την θαλάσσια κυριαρχία σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο ως το νέο «ΑΒΕΡΩΦ»….. Είναι όμως έτσι;

Ο πήχης του ανταγωνισμού είναι πολύ ψηλά

Θέτοντας τα πράγματα στην σωστή τους βάση, είναι πέραν αμφισβήτησης ότι η φρεγάτα κλάσεως ΚΙΜΩΝ είναι μια εντυπωσιακή ναυτική μονάδα, όχι μόνο εξαιτίας της εμφάνισης της (αντεστραμμένη πλώρη και χαρακτηριστικά χαμηλής παρατηρησιμότητας – stealth), αλλά κυρίως λόγω του εντυπωσιακού εξοπλισμού και δυνατοτήτων της, χάρις κυρίως στο κορυφαίο ραντάρ SEA FIRE, τα αντιαεροπορικά βλήματα μεγάλης εμβέλειας ASTER 30, αλλά και πλείστα – τεχνολογίας αιχμής – συστήματα πολέμου επιφάνειας και ανθυποβρυχιακά μέσα, με μοναδική αρχιτεκτονική ψηφιακή διασύνδεσης για πολεμικό πλοίο παγκοσμίως. Το σκάφος δεν είναι απλά ένα ικανό σκαρί αλλά ένας πολλαπλασιαστής ισχύος για τις ένοπλες δυνάμεις συνολικότερα, ενταγμένο σε ένα συνολικό δίκτυο ελέγχου και αποτροπής.

Στην χώρα όμως οπού η πλειονότητα των συζητήσεων είναι οπαδικού τύπου συνηθίζουμε να στεκόμαστε σε απλή παράθεση στοιχείων, αγνοώντας ότι η ναυτική κυριαρχία είναι συνδυασμός πολλών παραγόντων και όχι αποκλειστικά στρατιωτικών.

Έτσι υποβαθμίζεται επικοινωνιακά η πραγματικότητα ότι ο δυνητικός αντίπαλος /ανταγωνιστής, η Τουρκία, έχοντας χτίσει με σοβαρό και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό μια στιβαρή και δυναμική ναυπηγική βιομηχανία (την ίδια στιγμή που εμείς την  έχουμε εγκαταλείψει, αδυνατώντας να ναυπηγήσουμε έστω και περιπολικά) ρίχνει ή προγραμματίζει να ρίξει στο νερό σκάφη με φρενήρεις ρυθμούς. Και μπορεί φυσικά να αντιτάξει κανείς ότι οι αριθμοί δεν είναι αυτοί που τελικά μετράνε αλλά πρέπει να ληφθεί υπόψιν και ότι τα τουρκικά σκάφη εξοπλίζονται πλέον με συστήματα εγχωρίας όχι μόνο κατασκευής, αλλά και σχεδίασης κατά ποσοστό τουλάχιστον 80% και μάλιστα σε τεχνολογίες αιχμής εφάμιλλες των δυτικών, περιλαμβάνοντας ήδη μέχρι και αεροπλανοφόρα, φρεγάτες, υποβρύχια και δυνητικά στο άμεσο μέλλον καταδρομικά μεγάλης ισχύος πυρός.

Με δεδομένο λοιπόν την ύπαρξη μόνο 4 σκαφών FDI, την χαρακτηριστική κωλυσιεργία υπογραφής σύμβασης μετά από 8 χρόνια της αναβάθμισης των φρεγατών ΜΕΚΟ 200 (η οποία θα έπρεπε να είχε γίνει τουλάχιστον 15 χρόνια πριν και όταν υπογραφεί θα είναι πολύ κατώτερη τελικά των απαιτήσεων), την απαξίωση του υπολοίπου στόλου, αλλά και την καθυστέρηση του σχεδιασμού για την αντικατάσταση και αναβάθμιση των υποβρυχίων Τype 209 και 214, καταδεικνύει καίρια ζητήματα και μας προσγειώνει στην πραγματικότητα.

Το 2026 δεν είναι 1912

Αν σε αυτά προσθέσουμε τον όχι αμελητέο αριθμό παραιτήσεων στελεχών, αλλά και τις επικοινωνιακού τύπου – στερούμενης επαφής με την πραγματικότητα – παλινωδίες του πολιτικά φιλόδοξου υπουργού Εθνικής Άμυνας, σε σχέση με τον μελλοντικό εξοπλισμό του «ΚΙΜΩΝ», μάλλον θα πρέπει να κρατάμε πιο χαμηλούς τόνους και να προσεγγίσουμε την υφιστάμενη αλλά και μελλοντικά διαμορφούμενη κατάσταση αρκετά σοβαρότερα απ’ ότι φαίνεται να το κάνουμε τώρα.

Η ναυτική ισχύς δεν καθορίζεται ούτε επιτυγχάνεται από αποσπασματικές αγορές όσο ποιοτικές είναι αυτές, αλλά μέσω του συνολικού σχεδιασμού και προγραμματισμού και της προσαρμογές στις σύγχρονες εξελίξεις και απειλές. Το 2026 δεν είναι 1912 και η αναζήτηση νέων «ΑΒΕΡΩΦ» είναι αναζήτηση μιας άλλης ΜΕΓΑΛΗΣ ΧΙΜΑΙΡΑΣ.

ΥΓ: Μόνο σε αυτή την υπέροχη χώρα τόσο αξιολογά πλοία θα αγοράζονταν χωρίς σύστημα ηλεκτρονικού πολέμου (ECM) το οποίο θα τοποθετηθεί κάποια στιγμή στο… μέλλον και βλημάτων αντιπυραυλικής άμυνας (RAM), τα οποία θα αφαιρεθούν από τις υφιστάμενες πυραυλακάτους έως ότου αποκτηθούν άλλα κάποια στιγμή. Στο μέλλον…