Του Γιάννη Χαϊδεμένου
Είναι απόγευμα 2 Μαρτίου. Στην αεροπορική βάση της Πάφου μόλις έχουν προσγειωθεί τέσσερα F-16 Viper προερχόμενα από τη Σούδα, από τις μοίρες 340 Αλεπού και 341 Αστέρι. Την ίδια στιγμή από το ναύσταθμο της Σαλαμίνας ετοιμάζονται προς απόπλου η νεότευκτη φρεγάτα «ΚΙΜΩΝ» και η αξιόπιστη φρεγάτα «ΨΑΡΑ», κλάσεως ΜΕΚΟ-200 ΗΝ.
Η απόφαση της πολιτικής ηγεσίας για την αποστολή στρατιωτικών μεσών μετά την απόπειρα προσβολής της βρετανικής βάσης στο Ακρωτήρι, αποτελεί κυρίως κίνηση υψηλού συμβολισμού προβάλλοντας τη βούληση της χώρας να στηρίξει στην πράξη – και με στρατιωτικούς όρους δηλαδή – την Κυπριακή Δημοκρατία. Η συγκεκριμένη κίνηση αποφασίστηκε παρότι οι μέχρι τώρα εκτιμήσεις δείχνουν ότι οι πιθανότητες ιρανικών πληγμάτων κατά κυπριακών στόχων είναι αρκετά μικρές, αλλά με δεδομένη τη γενικότερη γεωπολιτική ρευστότητα στην περιοχή κρίθηκε αναγκαία.
Την ίδια στιγμή όμως, ενώ η απόφαση κινείται προς την σωστή κατεύθυνση, αναδεικνύονται οι χρόνιες αντιφάσεις αλλά και η διαχρονική έλλειψη μακροπρόθεσμης στρατηγικής της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Δεν μπορεί λοιπόν κανείς να παραβλέψει ότι ενώ τα ελληνικά αντανακλαστικά ορθώς ενεργοποιήθηκαν άμεσα για την αντιμετώπιση ενός μικρού αλλά υπαρκτού κίνδυνου, είναι τα ίδια αντανακλαστικά που παραμένουν τόσα χρόνια εν υπνώσει απέναντι στον πραγματικό κίνδυνο που αντιπροσωπεύει για την Κύπρο η Τουρκία και οι δυνάμεις κατοχής στο νησί.
Έχει πραγματικό ενδιαφέρον να αναζητήσει κανείς τον αριθμό των προσγειώσεων ή των υπερπτήσεων ελληνικών μαχητικών στην Κύπρο τις τελευταίες δεκαετίες σε εφαρμογή του (κατ’ επιλογήν της ελληνικής ηγεσίας, μα ουσιαστικά «κλινικά νεκρού») Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος Ελλάδας – Κύπρου, προς χάριν της διατήρησης ήρεμων νερών με τη «φίλη και σύμμαχο χώρα». Είναι οξύμωρο οι Έλληνες πιλότοι να έχουν «license to kill» για τα ιρανικά UCAV, ενώ καθημερινά απλά να παρακολουθούν την ανενόχλητη δράση των αντίστοιχων τουρκικών ακόμα και πάνω από κατοικημένα νησιά του Αιγαίου.
Σε κάθε περίπτωση, η στάση της ελληνικής πλευράς μετά το τέλος της κρίσης θα δείξει αν πρόκειται για μια ουσιαστική στρατηγική στροφή ή απλά αποτελεί μέρος της γνωστής επικοινωνιακής προσέγγισης, αφενός της κυβέρνησης και αφετέρου του γνωστού για τη φροντίδα της προσωπικής του εικόνας, φιλόδοξου Υπουργού Άμυνας. Στα παραπάνω πιθανόν πρέπει να προσθέσουμε και τη διαχρονική οσφυοκαμπτική στάση της ελληνικής ηγεσίας απέναντι στον αμερικανικό παράγοντα, σε μια περίοδο που τα κέντρα εξουσίας στην Ουάσιγκτον και στην περιοχή απαρτίζονται από προσωπικό που τα μέλη του θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν το λιγότερο πολιτικά παρατράγουδα. Σε βαθμό που τα αντίστοιχα μιας ομώνυμης τηλεοπτικής εκπομπής με διάσημη ξανθιά παρουσιάστρια θα ήταν μπροστά τους… διπλωματικοί ογκόλιθοι και μάλιστα πιο σώφρονες.
Η επιχειρησιακή διάσταση και οι προκλήσεις
Η υφιστάμενη δυνητική απειλή σε περίπτωση που οι Ιρανοί ή οι σύμμαχοι τους όπως π.χ. η Χεσμπολάχ επιλέξουν να χτυπήσουν καθαρά κυπριακούς στόχους είναι συγκεκριμένη: οι βαλλιστικοί πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς, αλλά μικρής σχετικά ακρίβειας εκτοξευόμενοι από το Ιράν (εφόσον έχει απομείνει ικανό απόθεμα) και τα μικρότερης ακτίνας δράσης μη επανδρωμένα αεροχήματα αυτοκτονίας, προερχόμενα κυρίως από τις ακτές του Λιβάνου.
Η επιλογή των μεσών (F16, ΚΙΜΩΝ, ΜΕΚΟ 200) στηρίχτηκε στη λογική δημιουργίας μιας πολυστρωματικής άμυνας. Η «ΚΙΜΩΝ» με το ραντάρ SEAFIRE και τα βλήματα ASTER 30 παρέχει έγκαιρη προειδοποίηση και σχετική δυνατότητα αντιβαλλιστικής προστασίας μεγάλων αποστάσεων, ενώ η φρεγάτα «ΨΑΡΑ», με τα βλήματα ESSM, θα καλύψει τις μέσες αποστάσεις. Εσχάτη ζώνη άμυνας θα αποτελέσουν τα συστήματα RAM, Phalanx και το αντί-Drone (combat proven) σύστημα «Κένταυρος» των 2 πλοίων. Ταυτόχρονα, τα F16 είτε θα περιπολούν στον κυπριακό εναέριο χώρο είτε θα βρίσκονται σε κατάσταση αυξημένης ετοιμότητας, οπλισμένα με βλήματα ΑΙΜ120 και IRIS-T. Όλα τα παραπάνω θα συνεπικουρούνται και από την πολυεπίπεδη αεράμυνα της Εθνικής Φρουράς (SKYGUARD/MISTRAL/BUK/TORM1), η οποία μάλιστα ενισχύθηκε πρόσφατα και με τα συστήματα ισραηλινής προέλευσης BARAK MX.
Την ίδια ώρα ωστόσο εγείρονται σημαντικές προκλήσεις και σαφείς προβληματισμοί. Ο πρώτος είναι ο πολύ μικρός αριθμός των μαχητικών (4), ο οποίος δεν επαρκεί και για διατήρηση μεγάλης διάρκειας περιπολίων (CAP) και για την διατήρηση readiness στο έδαφος. Και με δεδομένο μάλιστα ότι, εκτός του ραντάρ SEAFIRE της «ΚΙΜΩΝ», η ελληνο-κυπριακή πλευρά δεν διαθέτει σημαντικές δυνατότητες έγκαιρης προειδοποίησης μεγάλης εμβέλειας (άρα και μικρών χρόνων αντίδρασης), εκτός αν υφίσταται συμφωνία με τους Ισραηλινούς για παροχή τακτικής εναέριας εικόνας.
Δεύτερος είναι ότι οι πιο σημαντικές αντιβαλλιστικές ικανότητες προέρχονται από τα 32 βλήματα ASTER 30 της «ΚΙΜΩΝ» και σε περίπτωση που επιλεγεί η τακτική εκτόξευσης 2 βλημάτων ανά στόχο (και μάλιστα τεράστιου κόστους) παρέχεται η δυνατότητα αντιμετώπισης το πολύ εώς 16 απειλών. Επίσης, οι δυνατότητες του συστήματος «Κένταυρος» της ΕΑΒ κατά UAV περιορίζονται στην προστασία κυρίως του ιδίου του πλοίου ή αυτών που συνοδεύει και δεν καλύπτει ευρεία περιοχή.
Και ένας τρίτος προβληματισμός και καθόλου αμελητέος: έχει τεράστιο ενδιαφέρον το πως η Τουρκία θα αντιμετωπίσει την παρουσία ελληνικών αεροσκαφών πάνω από την Κύπρο και μίας ελλνικής ναυτικής μοίρας πιθανόν ανατολικά του νησιού, σε χώρους δηλαδή που ουσιαστικά από την εισβολή του 1974 και μετά έχει τον πλήρη έλεγχο.
Παρά τα παραπάνω όμως, σε επιχειρησιακό επίπεδο είναι μοναδική ευκαιρία πληρώματα και συστήματα (ειδικά αυτά της «ΚΙΜΩΝ») να λειτουργήσουν σε ένα άγνωστο περιβάλλον υψηλής πίεσης και απαιτήσεων, μακριά μάλιστα από τις βάσεις τους και πιθανόν για μεγάλο διάστημα.Ταυτόχρονα όμως, σε μια ανάποδη ανάγνωση, εκφράζονται επιφυλάξεις για το επίπεδο ετοιμότητας και προσαρμογής ενός πλοίου που μόλις έχει παραληφθεί.
Εν κατακλείδι, η διαχείριση της παρούσας συγκυρίας και στο πεδίο αλλά και διπλωματικά αναγκάζει την πολιτική εξουσία να λάβει κρίσιμες αποφάσεις για το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει στο μέλλον και να «ενηλικιωθεί», αντιλαμβανομένη την πραγματικότητα. Μια πραγματικότητά στην οποία πρώτον είναι ξεκάθαρο ότι οι διεθνείς σχέσεις μπορεί να είναι κυνικές, αλλά η πολιτική της χώρας πρέπει να διακρίνεται από ρεαλισμό και επιπλέον να είναι σταθερή και όχι αλλά καρτ (π.χ. με δηλώσεις που αφήνουν… ασχολίαστη «τη νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών», ακυρώνοντας το διεθνές δίκαιο). Δεύτερον, η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να ασκείται με όρους τηλεπώλησης και επίδειξης μανικετόκουμπων. Τέλος είναι αναγκαίο πλέον να αντιληφθούμε ότι στα πλαίσια μιας σοβαρής και μακροπρόθεσμης πολιτικής, η χώρα πρέπει να αναζητά συμμάχους και όχι προστάτες…