Το μαύρο ρεκόρ: Η μέρα που η τιμή της βενζίνης έφτασε τα 2,6 ευρώ το λίτρο

Ήταν τότε που ο χαρακτηρισμός «μαύρος χρυσός» δεν ακουγόταν υπερβολικός...

Κάθε φορά που η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε τροχιά έντασης, οι αγορές ενέργειας αντιδρούν σχεδόν αυτόματα. Το πετρέλαιο, το πιο στρατηγικό εμπόρευμα της παγκόσμιας οικονομίας, λειτουργεί σαν ένας ευαίσθητος δείκτης γεωπολιτικής αστάθειας. Όταν αυξάνονται οι φόβοι για διαταραχή της προσφοράς, οι τιμές ανεβαίνουν και οι επιπτώσεις φτάνουν γρήγορα μέχρι την αντλία του πρατηρίου.

Στην Ελλάδα, είμαστε λίγο πιο… επιρρεπείς στην ταχύτητα αλλά και την ένταση εκδήλωσης αυτών των επιπτώσεων.

Η τιμή της βενζίνης πλησιάζει το ψυχολογικό όριο των 2 ευρώ το λίτρο, το φοβερό είναι όμως ότι για πρώτη φορά εκεί κοντά βρίσκεται και το πετρέλαιο κίνησης. Η αμόλυβδη κοστίζει περίπου κατά μέσο 1,9€ το λίτρο ή αλλιώς 12% περισσότερο απ’ ότι πριν από την έναρξη του πολέμου. Σε ότι αφορά το diesel κίνησης, η μέση τιμή έχει διαμορφωθεί στα 1,85€, με την αύξηση να είναι της τάξης του 22%.

Η αύξηση αυτή επηρεάζει ιδιαίτερα επιχειρήσεις με υψηλή ενεργειακή κατανάλωση, όπως αρτοποιεία, logistics και μεταφορικές εταιρείες, αυξάνοντας σημαντικά τα λειτουργικά τους έξοδα.

Οι εξελίξεις οδήγησαν την κυβέρνηση στην απόφαση για θέσπιση πλαφόν κέρδους στα πρατήρια, ενώ στο τραπέζι βρίσκονται και έξι ακόμα παρεμβάσεις, συμπεριλαμβανομένης της χορήγησης νέου Fuel Pass.

Το ράλι ακρίβειας ξυπνά μνήμες από το καλοκαίρι του 2022, όταν η ενεργειακή κρίση που προκάλεσε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία οδήγησε τις τιμές καυσίμων σε ιστορικά επίπεδα. Τότε η αμόλυβδη άγγιξε την υψηλότερη τιμή που έχει καταγραφεί ποτέ στην Ελλάδα, φτάνοντας τα 2,43 ευρώ το λίτρο.

Το αρνητικό αυτό ρεκόρ σημειώθηκε στις 16 Ιουνίου 2022. Εκείνη την ημέρα, η μέση τιμή της αμόλυβδης είχε διαμορφωθεί στα 2,430 ευρώ το λίτρο, ενώ το ντίζελ είχε φτάσει στα 2,078 ευρώ. Οι… λίγοι που συνέχιζαν να επιλέγουν την 100άρα βενζίνη πλήρωναν 2,584 ευρώ/λίτρο.

Σε Αττική και Θεσσαλονίκη η τιμή της απλής αμόλυβδης είχε φτάσει και προσεγγίσει αντίστοιχα τα 2,40 ευρώ το λίτρο. Ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις καταγράφονταν στις νησιωτικές περιοχές, όπου τα μεταφορικά κόστη επιβαρύνουν παραδοσιακά τις τιμές. Στις Κυκλάδες η τιμή της βενζίνης είχε εκτοξευτεί έως και τα 2,624€ το λίτρο, ενώ στα Δωδεκάνησα είχε διαμορφωθεί κοντά στα 2,553 ευρώ.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, την 1η Αυγούστου 2022, η κυβέρνηση προχώρησε στην ενεργοποίηση του Fuel Pass 2, ενός μέτρου επιδότησης που στόχευε στην ανακούφιση των νοικοκυριών από το αυξημένο κόστος καυσίμων. Το πρόγραμμα αφορούσε την περίοδο μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου και απευθυνόταν σε φυσικά πρόσωπα – συμπεριλαμβανομένων των ελεύθερων επαγγελματιών – που ήταν φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας και είχαν δηλώσει οικογενειακό εισόδημα έως 30.000 ευρώ για το φορολογικό έτος 2021.

Οι εξελίξεις είχαν υπενθυμίσει πόσο γρήγορα μεταφέρονται στην αντλία οι διακυμάνσεις των διεθνών τιμών πετρελαίου. Τον Μάρτιο του 2022, οι διεθνείς αγορές είχαν αντιδράσει έντονα στις γεωπολιτικές εξελίξεις, με την τιμή του αμερικανικού αργού WTI να καταγράφει άνοδο έως και 30% και του Brent περίπου 27%, οδηγώντας και τα δύο πάνω από τα 116 δολάρια το βαρέλι.

Βεβαίως, το πορτοφόλι των Ελλήνων καταναλωτών, σε ότι αφορά τις τιμές καυσίμων, δεν επηρεάζεται μόνο από το διεθνή παράγοντα και την υψηλή φορολογία (ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης και ο ΦΠΑ αποτελούν έως και το 60% της τελικής τιμής της αμόλυβδης), αλλά και από την αισχροκέρδεια.

Η ελληνική αγορά καυσίμων χαρακτηρίζεται εδώ και χρόνια από έντονη συγκέντρωση, με λίγους μεγάλους παίκτες να ελέγχουν μεγάλο μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας, από τη διύλιση μέχρι τη διανομή. Σε συνδυασμό με το υψηλό μεταφορικό κόστος που προκαλεί το νησιώτικο ανάγλυφο της χώρας, το αποτέλεσμα είναι μια αγορά όπου οι τιμές δύσκολα πιέζονται προς τα κάτω, ακόμα και όταν οι διεθνείς τιμές πετρελαίου υποχωρούν.

Η εικόνα των πρατηρίων με σχεδόν ίδιες τιμές σε μεγάλες γεωγραφικές περιοχές έχει ενισχύσει τις υποψίες ότι η αγορά λειτουργεί με όρους που θυμίζουν μονοπώλιο. Οι αρμόδιες αρχές έχουν κατά καιρούς πραγματοποιήσει ελέγχους για την τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού, ωστόσο η αίσθηση ότι οι τιμές κινούνται «συγχρονισμένα» και πάντα σε υψηλά επίπεδα παραμένει ισχυρή.