Ερωτικό: Ποια είναι η «αγάπη που τη ‘λέγαν Αντιγόνη» στο αριστούργημα του Άλκη Αλκαίου
EXTRAS

Ερωτικό: Ποια είναι η «αγάπη που τη ‘λέγαν Αντιγόνη» στο αριστούργημα του Άλκη Αλκαίου

Το Menshouse ζήτησε τη γνώμη του μεγάλου δημιουργού, που ολοκλήρωσε μελωδικά το κατά πολλούς κορυφαίο ελληνικό τραγούδι που γράφτηκε ποτέ

Το ελληνικό πεντάγραμμο βρίθει από τραγούδια παλλαϊκής αποδοχής, που νίκησαν το χρόνο. «Έγραψαν» με τέτοιο τρόπο στο θυμικό του κοινού, ώστε η απήχηση τους να μεταλαμπαδεύται από γενιά σε γενιά.

Είτε για το νόημα των στίχων τους, είτε για τη μουσική επένδυση, είτε -το πιθανότερο- και για τα δύο μαζί, είναι πολλά αυτά τα έργα που η λαϊκή κουλτούρα τα έχει αναδείξει σε διαχρονικά.

Απ’ όλες αυτές τις δημιουργίες όμως, μία διαθέτει ένα μοναδικό «προνόμιο». Είναι η διαρκής προσπάθεια αποκρυπρογράφησης της σκέψης του στιχουργού – εν προκειμένω ποιητή. Κανένα άλλο τραγούδι όσο το «Ερωτικό» δεν επιδέχεται τόσων πολλών διαφορετικών ερμηνειών. Οι τόσες αντικρουόμενες απόψεις παραπέμπουν σε ένα σύγχρονο χρησμό για ευφάνταστους (και μη) λύτες. Και η γοητεία των συμβολισμών του σε οδηγεί σε μια διαδικασία αναπόλησης, που το ανάγουν σε ένα από τα πιο υπερβατικά τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ.

Το αριστούργημα του Άλκη Αλκαίου με την αποθεωτική μελοποίηση του Θάνου Μικρούτσικου είναι για πολλούς το κορυφαίο ελληνικό τραγούδι που γράφτηκε ποτέ. Ένα ρεσιτάλ αλληγορίας με καλά κλειδωμένα «μυστικά» στις ποιητικές εικόνες που κατά συρροή αραδιάζει μέσα σε λίγους στίχους ο καλλιτέχνης.

Τo debate για αυτά τα μυστικά παραμένει ολοζώντανο 35 χρόνια μετά την κυκλοφορία του (στο δίσκο «Εμπάργκο» του 1982).

Μια περιήγηση στο διαδίκτυο θα σας πείσει ότι οι απόψεις για το νόημά του είναι τόσες που πιθανότατα δεν θα είχε φανταστεί ούτε ο Άλκης Αλκαίος ότι θα γεννούσε όταν το έγραφε. Στα φόρουμ των μουσικόφιλων οι εκτιμήσεις ποικίλλουν από ένα τραγούδι αφιερωμένο στην Ελλάδα, έως έναν ύμνο για την ηθική, την οποία συμβολίζει η ηρωίδα του Σοφοκλή, Αντιγόνη.

Είναι το μοναδικό όνομα που περιέχεται στο ποίημα, με το χαρακτηριστικό στίχο «αγάπη που σε ‘λέγαν Αντιγόνη». Προφανώς οι περισσότεροι κάνουν λόγο για ένα ερωτικό τραγούδι, εμπνεόμενο από μια γυναίκα, που πιθανόν λεγόταν Αντιγόνη.

Κάποιοι θεωρούν ότι συνιστά ένα μοιρολόι σε μια χαμένη αγάπη κι άλλοι ότι μέσα από τις παρομοιώσεις και κάποιες φράσεις – κλειδιά (πιρόγα, Δελφοί, Βησιγότθοι, Μεσόγειος) γίνεται μια αναδρομή σε σταθμούς της ιστορίας, που αναδεικνύουν το μαρτυρικό ταξίδι του Έλληνα ανθρώπου.

Υπάρχει και η θεωρία ότι το τραγούδι είναι χωρισμένο σε τέσσερις περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Σύμφωνα με αυτήν και μέσω της ανάλυσης των στίχων, η πρώτη στροφή αφορά την περίοδο 1900-1940 η δεύτερη τη δεκαετία 1940-50, η τρίτη έως το 1974 και η τέταρτη τη Μεταπολίτευση.

Το «Menshouse» επικοινώνησε με τον Θάνο Μικρούτσικο, σε μια απόπειρα να βρεθεί η άκρη του νήματος. Ο κορυφαίος συνθέτης ουσιαστικά επιβεβαίωσε ότι πρόκειται για ένα «ταξίδι στο χρόνο», μια μίξη ερωτισμού και εναλλαγής εικόνων βγαλμένες από διαφορετικές εποχές.

«Το τραγούδι έχει διάσταση ερωτική με την έννοια του έρωτα, αλλά από την άλλη μεριά ακουμπάει στη δραματική συγκυρία της εκάστοτε εποχής. Δεν είναι μονοδιάστατο, αλλά ένα ερωτικό τραγούδι πολύ υψηλών προδιαγραφών. Πρόκειται για ένα πολυδιάστατο ποιητικό κείμενο που απηχεί πάνω στις κοινωνικές συνθήκες της εκάστοτε εποχής. Πατάει πάνω σε αυτό που εγώ ονομάζω δραματική συγκυρία, διασχίζοντας το χρόνο. Και στο τέλος του συνδέει τον έρωτα με τις συνθήκες ζωής την περίοδο που γράφτηκε. Ασφαλώς μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε διαχρονικό, από τη στιγμή που έχει περάσει ήδη σε τουλάχιστον δύο γενιές», μας είπε ο Θάνος Μικρούτσικος.

Στην ερώτηση αν υπήρξε πράγματι κάποια Αντιγόνη στη ζωή του ποιητή, ή αν πρόκειται για καθαρή αλληγορία, ο στενότερος μουσικός συνεργάτης του Άλκη Αλκαίου απέφυγε να γίνει ξεκάθαρος. «Η αναφορά σε αυτή τη γυναίκα λειτουργεί αλληγορικά. Ακόμα και αν για αυτόν σημαίνει ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, για όλους εμάς αντιπροσωπεύει κάποιο άλλο».

Η πρώτη σκέψη ήταν να επιμείνω, ρωτώντας αν η Αντιγόνη είναι βιωματικό αποκύημα. Την επόμενη στιγμή όμως το μετάνιωσα, σα να μην ήθελα ούτε εγώ να μάθω. Τον ευχαρίστησα για τη συνομιλία μας, «γεμάτος» από την τελευταία κουβέντα του.

Ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησα ότι είναι περιττή η προσπάθεια αποκρυπτογράφησης του τραγουδιού. Η μαγεία του είναι ακριβώς ο αινιγματικός του χαρακτήρας. Η ικανότητα του να συγκινεί μέσω τόσων διαφορετικών ερμηνειών, υπερβαίνοντας ακόμα και την αρχική σκέψη του δημιουργού.

Έτσι δεν πρέπει να συμβαίνει άλλωστε με κάθε σπουδαίο έργο τέχνης;