Στη ζώνη του λευκού θανάτου: Η ιστορία αυτοκαταστροφής του ταλαντούχου βενιαμίν της οικογένειας Νιάρχου
Ιστορίες

Στη ζώνη του λευκού θανάτου: Η ιστορία αυτοκαταστροφής του ταλαντούχου βενιαμίν της οικογένειας Νιάρχου

Η αυτοκτονική δόση του Κωνσταντίνου Νιάρχου, μόλις 18 ημέρες μετά την ανάβαση του στην κορυφή του Έβερεστ

«Μιλούσε για φιλοσοφία, ηθικές αξίες και κοινωνικά προβλήματα. Ήταν ο πιο ευαίσθητος και ο πιο ευγενικός άνθρωπος που έχω γνωρίσει», δήλωσε σε βρετανική εφημερίδα μετά το χαμό του η Νορβηγίδα καλλονή Μισέλ ντε Μασί, φίλη του από 20ετίας.

Ήταν η γυναίκα που βρέθηκε στο πλάι του Κωνσταντίνου Νιάρχου τη μοιραία νύχτα της 31ης Μαΐου του 1999. Ο Βενιαμίν της οικογένειας του θρυλικού μεγιστάνα Σταύρου Νιάρχου και της Ευγενίας Λιβανού, άφησε την τελευταία πνοή του σε διαμέρισμα της πλατείας Γκρόσβενορ, σε μία από τις πιο αριστοκρατικές περιοχές του Λονδίνου. Οι ιατροδικαστές έμειναν έκπληκτοι από τις συνθήκες θανάτου. Ο εκλιπών είχε καταναλώσει ποσότητα κoκαΐνης ικανή να σκοτώσει 25 άτομα! Ποσότητα, που σύμφωνα με τους ίδιους είχε στο παρελθόν υπερβεί μόνον ένας λαθρέμπορος που μετέφερε το ναρκωτικό στο στομάχι του.

Όταν διακομίστηκε στο νοσοκομείο Saint Mary’s, ήταν ήδη αργά. Η Μισέλ ντε Μασί κατέθεσε ότι την είχε καλέσει εκείνο το βράδυ ο Νιάρχος στο διαμέρισμά του και αφού μίλησαν για λίγη ώρα και της έδειξε φωτογραφίες από το Έβερεστ, έκαναν μαζί κoκαΐνη. Με τη διαφορά ότι εκείνη πήρε μια φυσιολογική δόση, ενώ ο 37χρονος δισεκατομμυριούχος φλέρταρε με την έννοια αυτοκτονία.

Η Νορβηγίδα σύντροφός του πήγε στον επάνω όροφο για να ξαπλώσει και όταν επέστρεψε τον βρήκε σωριασμένο ανάσκελα στο πάτωμα του μπάνιου. Ο άνθρωπος που μόλις 18 ημέρες πριν είχε κατακτήσει το Έβερεστ, κείτονταν αναίσθητος, νικημένος από τους δαίμονές του. Οι γιατροί διέγνωσαν διόγκωση στην καρδιά, αλλά διευκρίνισαν αυτό που το περιβάλλον του γνώριζε πολύ καλά. Μια συνθήκη που τύλιξε με πέπλο μυστηρίου τις αιτίες που οδήγησαν τον γόνο μίας εκ των πλουσιότερων οικογενειών του κόσμου στα έγκατα της αυτοκαταστροφής: ο Κωνσταντίνος Νιάρχος δεν ήταν πια εθισμένος στην κoκαΐνη.

Για έναν ψυχολόγο η διαταραγμένη συμπεριφορά του Νιάρχου του νεότερου δεν θα ήταν κάτι το απρόσμενο. Έχοντας χάσει τη μητέρα του σε ηλικία οκτώ ετών, μεγάλωσε με έναν απόμακρο πατέρα, ενώ αργότερα, έχασε και τη θεία του, Τίνα Λιβανού, η οποία μετά τα διαζύγιά της από τον Αλέξανδρο Ωνάση και τον Δούκα του Μάρλμπορο έγινε… μητριά του.

Στο περιβάλλον της οικογένειας, ο μικρός Κωνσταντίνος είχε ξεχωρίσει νωρίς για την ευφυΐα του και έμοιαζε ως ο πιο φέρελπις διάδοχος της δυναστείας, η απειθαρχία του όμως και η άστατη συμπεριφορά του τον κατέστησαν γρήγορα «μαύρο πρόβατο». Παρά το «γαλαζοαίματο» όνομα του, κατάφερε να αποβληθεί από το Harrow και το Gordonstoun, δύο από τα πιο διακεκριμένα σχολεία της Αγγλίας. Η στάση του πατέρα του προς εκείνον διαμορφώθηκε ανάλογα με την προβληματική μαθητική πορεία του και την εντύπωση εκ μέρους του ότι «λέρωνε» το όνομα της οικογένειας.

Το ποτήρι ξεχείλισε όταν στα 25 χρόνια του ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να παντρευτεί την Ιταλίδα πριγκίπισσα Αλεσάντρα Μποργκέζε, την οποία συνόδευαν φήμες για ομοφυλοφιλικές προτιμήσεις. Ο γάμος τους κράτησε μόνο επτά μήνες.

Τα επόμενα χρόνια ο Κωνσταντίνος μοιράζει το χρόνο του ανάμεσα στο Studio 54 της Νέας Υόρκης, στο Le Club Prive του Παρισιού και στο Jimmy’s του Μόντε Κάρλο, εδραιώνοντας τη φήμη του ως playbοy. Οι καταχρήσεις γίνονται δεύτερη φύση του και ο εθισμός του στα ναρκωτικά γνωστός στο σύνολο του διεθνούς jet set. Δεν είναι φυσικά ο μοναδικός διάσημος που ξελογιάζεται από τα ακριβά αυτοκίνητα, τις γυναίκες και από την κoκαΐνη, που σε αυτού τους είδους τα πάρτι είθισται να σερβίρεται συνοδεία των ουίσκι. Είναι όμως ένας από τους λίγους που έχει να υπερασπιστεί ένα τόσο βαρύ όνομα.

Πίσω όμως από τον «άσωτο υιό», που νοσηλεύεται σε κλινικές απεξάρτησης από τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, κρύβεται ένας ζεστός άνθρωπος με ευγένεια, παιδεία και κοινωνικές ευαισθησίες, όπως περιγράφουν οι φίλοι του. Τόσο προσηνής που δίνει απλόχερα οικονομική βοήθεια σε όποιον έχει να του διηγηθεί μια θλιβερή ιστορία κακοτυχίας.

Ο γάμος του με την έξι χρόνια μεγαλύτερη γοητευτική Βραζιλιάνα, Σίλβια Μάρτινς, τον βάζει στο σωστό δρόμο. Ο «άσωτος υιός» ανακαλύπτει τη χαρά της ζωής μακριά από τα κλαμπ και τα ναρκωτικά. Αφοσιώνεται στην ορειβασία, η οποία γίνεται ο νέος εθισμός του. Παράλληλα αναλαμβάνει το ναυτιλιακό τμήμα της οικογενειακής επιχείρησης, μοιράζοντας το νόημα της ζωής του ανάμεσα στη θάλασσα και τον ουρανό.

Τον Μάη του ’98 ανεβαίνει με τον κολλητό φίλο του Αουγκούστο Ορτέγα πρώτα στη δεύτερη κορυφή του όρους Delini της Αλάσκας (6.190 μέτρα) και κατόπιν στην Τσο Ογιού των Ιμαλαίων, στα 8.201 μέτρα. Ακολουθεί η σκληρή προετοιμασία για το μεγάλο επόμενο βήμα, την ανάβαση στην υψηλότερη κορυφή του κόσμου. Επί δύο μήνες ακολουθεί αυστηρό πρόγραμμα γυμναστικής και τους κανόνες ασκητικής ζωής. Ήθελε να δοκιμάσει τα όρια του σε ένα στόχο που τα εκατομμύρια της περιουσίας του δεν είχαν καμία αξία.

Για να τα καταφέρει συμμετείχε στην αποστολή της ΟΤΤ Expeditions. Ζήτησε από τους υπεύθυνους, αλλά και από το υπουργείο Εξωτερικών του Νεπάλ απόλυτη εχεμύθεια γύρω από το όνομά του. Μόνο ο Αουγκούστο Ορτέγκα γνώριζε σε εκείνη την αποστολή ότι συνόδευε στην κορυφή της Γης τον μικρότερο γιο του Σταύρου Νιάρχου και έναν από τους πιο πλούσιους ανθρώπους στον κόσμο. Ο Κωνσταντίνος δεν ήθελε να συσπειρώσει γύρω του τα διεθνή Μ.Μ.Ε., αλλά να παραμείνει η προσπάθεια του απολύτως ανώνυμη.

Στις 13 Μαΐου του 1999 ο Κωνσταντίνος Νιάρχος έγινε ο πρώτος Έλληνας στην ιστορία που πάτησε την κορυφή του Έβερεστ. Ποζάροντας με μια ελληνική σημαία, στα 8.848 μέτρα, αυτός, ο μέχρι πρότινος εξαρτημένος από τα πάθη του, επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά πόσο απρόβλεπτος ήταν. Τι μεσολάβησε σε αυτές τις 18 ημέρες έως την οδυνηρή επιβεβαίωση και της αυτοκαταστροφικής του φύσης, είναι κάτι που δεν έχει εξηγηθεί καν στοιχειωδώς.

Ίσως η ψευδαίσθηση ότι πέρασε στην αθανασία κατακτώντας την «αιώνια κορυφή» να θέριεψε με θανάσιμη απληστία το δαίμονα που σιγόκαιγε μέσα του. Ίσως πάλι και να «ζήλεψε» την τραγική μοίρα της μητέρας του, αφήνοντας εσαεί να πλανάται ένα αναπάντητο «γιατί» για την αιφνίδια μετάβαση του από το ζενίθ των 8.848 μέτρων στο ναδίρ μιας βουβαλίσιας δόσης από άσπρη σκόνη.