«Δεν του δίνω χάρη»: Ο ναύτης που δολοφόνησε τον σύντροφό του  τελείωσε την σχέση Παπανδρέου-Σαρτζετάκη

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 η πολύ συντηρητική τότε ελληνική κοινωνία έρχεται αντιμέτωπη με ένα έγκλημα το οποίο είχε προεκτάσεις που ήταν αδύνατο να διαχειριστεί. Θύτης και θύμα ήταν ομοφυλόφιλοι, σε μια εποχή που θεωρείτο αποδεκτό ακόμη και για τις εφημερίδες να αποκαλούν δημόσια και τους δύο «ανώμαλους»…

Οι δύο άνδρες ήταν ζευγάρι, αλλά και παράλληλα υπηρετούσαν την θητεία τους στο ναυτικό. Ο συνδυασμός των προτιμήσεών τους στο κρεβάτι με την στολή και το εθνόσημο «προκάλεσε» τα συντηρητικά ανακλαστικά της κοινωνίας που μέχρι τότε έθετε στο περιθώριο οτιδήποτε διαφορετικό, δίχως ιδιαίτερη διάθεση να αντιληφθεί τα γεγονότα και προσποιούμενη ότι αυτοί οι άνθρωποι που βρίσκονταν στις παρυφές της δεν υπήρχαν.

Ο θύτης αντιμετωπίστηκε σαν ένα στυγερό τέρας δίχως συναισθήματα, που «έσφαξε» (όπως έγραφαν οι εφημερίδες) τον σύντροφό του, σε ένα έγκλημα που περιγράφηκε ως «πάθους», παρά την συγκλονιστική εξιστόρηση των συνθηκών από τον ίδιο τον Χρήστο Ρούσσο, ο οποίος παραδέχτηκε την πράξη του, αλλά έδωσε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή στα γεγονότα.

Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ο σύντροφός του τον εξωθούσε στην πορνεία, χρησιμοποιώντας ψυχολογική και σωματική βία, προκειμένου εκείνος να εκδίδεται, στις πιάτσες της Λεωφόρου Συγγρού και του Ζαππείου. Η δολοφονία, λοιπόν, για εκείνον δεν ήταν το αποτέλεσμα μια ερωτικής αντιδικίας μεταξύ «διεστραμμένων» όπως παρουσιάστηκαν από τον Τύπο, αλλά μια λύτρωση. Μια απελευθέρωση από την κόλαση, που όμως δεν ήρθε χωρίς κόστος για τον Ρούσσο.

Μέσα σε αυτό το κλίμα που ενισχυόταν από την άγνοια της εποχής, ο Ρούσσος βρέθηκε μόνος απέναντι σε ένα σύστημα που πολύ ευχαρίστως θα ήθελε απλά να εξαφανίσει από προσώπου Γης τον ίδιο και τους ομοίους του. Αντιμετωπίστηκε άθλια ακόμη και από το δικαστήριο που τελικά αποφάσισε να κάνει ό,τι κάνουμε στα «σκουπίδια». Να τον καταδικάσει σε ισόβια κάθειρξη, δίχως να του αναγνωρίσει το παραμικρό ελαφρυντικό. Είναι προφανές ότι στο πρόσωπό του δαιμονοποιήθηκε κάθε μη αποδεκτή σεξουαλική συμπεριφορά, για τα μέτρα εκείνων των καιρών, και παράλληλα το σύστημα πέρασε και ξεκάθαρο μήνυμα σε όλους όσοι παρέκλιναν και δεν συμπεριφέρονταν ως οι γραφικές, φαιδρές φιγούρες που συναντούσε κανείς σε γκέι ρόλους στο σινεμά.

Ωστόσο η καταδίκη του Ρούσσου δεν άγγιξε μόνο το πουριτανικό κομμάτι της κοινωνίας. Το ίδιο συνέβη και με την πιο προοδευτική μερίδα των ανθρώπων του τόπου, που αντιλήφθηκε πως είχε έρθει η ώρα, με αφορμή το συγκεκριμένο τραγικό γεγονός, να αλλάξουν πράγματα και στην Ελλάδα. Σύμμαχός τους σε αυτήν την ιδιότυπη μάχη στάθηκε ο ίδιος ο Ρούσσος, ο οποίος ακόμη και μέσα από τις φυλακές δεν σταμάτησε ποτέ να είναι ενεργός και διεκδικητικός, ενώ με την συμπεριφορά του αποδείκνυε στους «τιμωρούς» του το πόσο λάθος τον είχαν αντιμετωπίσει, ρίχνοντάς τον για πάντα στην φυλακή. Αντί να σωπάσει, όπως ίσως περίμεναν κάποιοι, εκείνος κέρδισε τον σεβασμό συγκρατουμένων αλλά και πολλών σωφρονιστικών υπαλλήλων, αναγκάζοντας την κοινωνία να ακούσει την φωνή του.

Η αφήγησή του για τις συνθήκες εγκλεισμού σοκάρουν. Όχι όμως για τους λόγους που θα περίμενε κανείς. Ο ίδιος περιγράφει ένα περιβάλλον, αυτό πίσω από τα σίδερα, πολύ πιο προοδευτικό από την «καθώς πρέπει» κοινωνία, όπου ο τρόπος ζωής του και οι προτιμήσεις του ήταν αποδεκτές σε πολύ μεγάλο βαθμό. Ως κρατούμενος αντιμετώπιζε τα ίδια σοβαρά προβλήματα με όλους τους άλλους, χωρίς η «ιδιαιτερότητά» του να τον κάνει να ξεχωρίζει. Έτσι, πέρασε τον χρόνο του στην φυλακή διαβάζοντας, γράφοντας, ζωγραφίζοντας και ξεδιπλώνοντας το αγωνιστικό προφίλ του χαρακτήρα του, δίνοντας διαρκώς μάχες για λογαριασμό όλων, σχετικά με τις συνθήκες φυλάκισης.

Μερικά χρόνια αργότερα η ιστορία του κρατούμενου ακόμη Ρούσσου θα μεταφερθεί στην μεγάλη οθόνη από τον σκηνοθέτη Γιώργο Κατακουζηνό, με τον τίτλο «Άγγελος», με τον ηθοποιό Μιχάλη Μανιάτη να πρωταγωνιστεί στον ιδιαίτερα τολμηρό ρόλο. Όπως είναι λογικό το φιλμ προκαλεί πολυεπίπεδες αντιδράσεις. Διχάζει τους κριτικούς, αλλά και το κοινό, για διαφορετικούς λόγους. Ακόμη και ο ίδιος ο Ρούσσος αρχικά τάσσεται κατά αυτής, θεωρώντας ότι διάφορες αυθαιρεσίες στο σενάριο παραποιούσαν την αλήθεια. Όπως για παράδειγμα το να παρουσιαστεί ο ίδιος ως τραβεστί. Αργότερα, βλέποντας την μεγάλη εικόνα, θα παραδεχθεί ότι σε γενικές γραμμές, το φιλμ λειτούργησε θετικά για την περίπτωσή του.

Η «αλλαγή» με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και την ελπίδα για μια στροφή της κοινωνίας σε ένα πιο προοδευτικό προφίλ δίνει νέα ώθηση στον αγώνα του Ρούσσου για αποφυλάκιση. Παράλληλα ξεσπά ένα νέο κύμα συμπαράστασης, που όμως σκοντάφτει πάνω στον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Χρήστο Σαρτζετάκη, ο οποίος αρνείται πεισματικά να του δώσει χάρη. Η πίεση της κοινής γνώμης είναι τόσο μεγάλη που η υπόθεση εξελίσσεται σε πολιτικό θρίλερ το οποίο κινδυνεύει να καταλήξει σε παραίτηση του Προέδρου της Δημοκρατίας και πτώση της κυβέρνησης Παπανδρέου.

Τελικά αυτό θα το κάνει ένας θεωρητικά πολύ πιο συντηρητικός πολιτικός. Ο «δεξιός» Κωνσταντίνος Καραμανλής αποφασίζει να βάλει ένα τέλος στον εφιάλτη και την παράνοια και βάζει την υπογραφή του στο διάταγμα που αποφυλακίζει τον Ρούσσο. Που πάντως θα βγει από την φυλακή μερικές μέρες αργότερα αφού όσο συνέβαιναν αυτά τα κοσμοϊστορικά γεγονότα, εκείνος βρισκόταν στις φυλακές Κορυδαλλού διεκδικώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης για όλους. Αρνήθηκε ακόμη και την τελευταία στιγμή να προδώσει τους έγκλειστους συντρόφους του.

Έτσι, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, μετά από 14 χρόνια φυλάκισης θα περπατήσει ξανά ως ελεύθερος άνθρωπος. Και θα αντιμετωπίσει ξανά την κοινωνία που στέκεται ξανά απέναντί του. Αυτή την φορά δεν φοβάται τον ομοφυλόφιλο, αλλά τον πρώην ισοβίτη. Όμως ο Ρούσσος δεν θα πέσει ούτε τώρα αμαχητί. Αντίθετα θα βρει ξανά τον δρόμο του σε πείσμα όλων και με την παρουσία του στην κοινότητα «18 Άνω» θα αποδείξει πόσο ανάγκη τον έχει ο ίδιος κόσμος που κάποτε αποφάσισε να τον πετάξει στα σκουπίδια.