«Ήθελα να τους φάω, τους έβλεπα σαν παράσιτα»: Η αιματοβαμμένη ιστορία του οδηγού του τανκ που εισέβαλε στο Πολυτεχνείο
Longdocs

Στυγνός και αδίστακτος: O «γορίλας του Ιωαννίδη» που ετοίμαζε δεύτερο πραξικόπημα μετά το Πολυτεχνείο

Ένας από τους μπροστάρηδες της Χούντας, αμετανόητος χουντικός που επιχείρησε να ανατρέψει εις διπλούν τη δημοκρατία.

Πολλές φορές ιστοσελίδες όπως το Menshouse, που αρέσκονται σε ιστορίες του μακρινού παρελθόντος και σε μυθολογίες γεγονότων, τείνουμε να παρουσιάζουμε κάτι με τρόπο που μπορεί να φανεί εγκωμιαστικός ή σαν εξαγνισμός.

Όταν πρόκειται για πρόσωπα που σημάδεψαν σκοτεινές περιόδους στην Ιστορία των σύγχρονων κοινωνιών, τα πράγματα είναι ταυτόχρονα ξεκάθαρα μα και περίπλοκα. Γιατί από τη μία είναι σαφές πως καταδικάζονται μέσα σου και έξω σου άτομα που έθεσαν σε κίνδυνο έναν λαό και μια χώρα προς τέρψιν δικτατοριών, αλλά από την άλλη η πορεία τους μετά την πτώση παρουσιάζει σημεία που με την πάροδο των ετών τα λες και ενδιαφέροντα.

Στην περίπτωση του Παρασκευά Μπόλαρη η πορεία μέχρι τον θάνατο του πριν από δύο χρόνια, είναι γεμάτη με καταστάσεις που θα τις χαρακτήριζε κανείς χολιγουντιανές, με γραφικό και κλισέ τρόπο.

Ο Μπόλαρης, που τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής του είχε προσθέσει το επώνυμο Αλκαλίνης στο όνομα του σε μια προσπάθεια όχι να σβήσει το παρελθόν του, αλλά να μη γίνεται αντιληπτός, ήταν ένα από τα πρωτοπαλίκαρα δίπλα στους πραξικοπηματίες ηγέτες της Χούντας.

Ταγματάρχης ων, άριστος καταδρομέας εκπαιδευόμενος στις ΗΠΑ, τον συνόδευε η φήμη πως μπορούσε να πυροβολήσει σφαίρα μέσα από δαχτυλίδι, έγινε μήλο της έριδος για τον Παπαδόπουλο και τον Ιωαννίδη, όμως ο δεύτερος δεν τον άφησε να φύγει από το πλάι του. Πολύ γρήγορα ο τύπος της εποχής του απέδωσε το προσωνύμιο «γορίλας του Ιωαννίδη».

Ο Μπόλαρης ήταν αμετανόητα πιστός του Ιωαννίδη και στα χουντικά φρονήματα, ενώ δεν δίστασε πιο μετά στη ζωή του να υπονοήσει πως είχε μάθει πληροφορίες άκρως απόρρητες που συνέδεαν την Αμερική με την εισβολή στην Κύπρο και με τη δικτατορία στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με τον Μπόλαρη, ο Κίσινγκερ ήταν αυτός που κινούσε τα νήματα στις ΗΠΑ επί προεδρίας Νίξον, και μαζί με τη Μοσάντ είχαν φτιάξει ένα σχέδιο αποσταθεροποίησης σε συγκεκριμένες περιοχές του κόσμου, ώστε να εμφανιστούν οι ΗΠΑ ως οι πυλώνες σταθερότητας.

Μετά την πτώση της Χούντας το 1974, ακολούθησαν μήνες κατά τους οποίους ο Μπόλαρης μαζί με άλλους ανώτερους και ανώτατους αξιωματικούς είχαν συναντήσεις και συζητήσεις και ζυμώσεις. Αυτές θα κατέληγαν σε μια νέα ανατροπή της δημοκρατίας, με στρατιωτικές κινήσεις σε Αθήνα-Θεσσαλονίκη-Λάρισα και την πτώση της κυβέρνησης Καραμανλή.

Ήταν τον Φεβρουάριο του 1975 όταν ο τότε υπουργός Άμυνας Ευάγγελος Αβέρωφ πληροφορείτο για το επικείμενο πραξικόπημα και διέταζε το στράτευμα να προχωρήσει σε συλλήψεις των αποστατών, ενώ ενημέρωσε και τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή για τις κινήσεις του. Μιας και οι περισσότεροι από τους πραξικοπηματίες συνελήφθησαν στα σπίτια τους, ο Αβέρωφ για να υποβιβάσει τη σοβαρότητα της κατάστασης προέβη στον χαρακτηρισμό «πραξικόπημα της πιτζάμας».

Ο Μπόλαρης πάντως δεν είχε πιαστεί στον ύπνο. Έχοντας διασυνδέσεις σε χωροφυλακή και ΕΑΤ-ΕΣΑ, είχε μάθει για τις συλλήψεις και είχε επιχειρήσει να φύγει από την Αθήνα. Δεν πρόλαβε όμως και στο λιμάνι του Πειραιά του ζητήθηκε να κατέβει από το πλοίο, όπου τον περίμεναν ΕΣΑτζήδες για να τον συλλάβουν.

Οδηγήθηκε στις φυλακές Κέρκυρας και έμεινε εκεί για περίπου δύο χρόνια. Ο δικηγόρος του Γιώργος Αλφαντάκης όμως κατάφερε να τον μεταφέρουν στη Λάρισα, ενώ σε όλο αυτό το διάστημα ο Μπόλαρης του εξηγούσε πως σκοπεύει να αποδράσει, αφού η απόδραση είναι ένα από τα…καθήκοντα των μελών του στρατεύματος εφόσον συλληφθούν από τον εχθρό. Έτσι έλεγε.

Όταν τον πήγαν στη Λάρισα, ζήτησε να πάει στο νοσοκομείο για παρασιτολογικές εξετάσεις και μεταφέρεται στο Γενικό Λαϊκό. Μένει εκεί μια βδομάδα προσπαθώντας να βρει την παραμικρή ευκαιρία. Τις πρώτες 4-5 μέρες συνοδεύεται πάντα από αστυφύλακες. Προαυλίζεται και κινείται στο νοσοκομείο σκανάροντας τα πάντα.

Σε αυτό το διάστημα δείχνει απόλυτο εναρμονισμό με το νόμο και πείθει τους αστυφύλακες πως δεν έχει σκοπό να αποδράσει. Αποτέλεσμα αυτού να του επιτρέπουν να κινείται μόνος του. Ο Μπόλαρης βρίσκει ευκαιρία να ταχυδρομήσει στη γυναίκα του ένα γράμμα που της ζητάει να του φέρει μια ποδιά γιατρού και περούκα. Όπερ και εγένετο.

Είχε τα υλικά για να αποδράσει, έμενε να βρει την κατάλληλη στιγμή. Η περιγραφή του σε μια συνέντευξη που είχε δώσει είναι άκρως λεπτομερής.

«Ακριβώς αυτό και αυτό εκμεταλλεύτηκα. Στην αρχή, με συνόδευαν, αντί για δύο ή τρεις, όπως έκαναν με τον Θεοφιλογιαννάκο, ερχόταν και ο επικεφαλής, γιατί φοβόντουσαν πάντοτε ότι εγώ δεν αποκλείεται να δραπετεύσω, αλλά τους καθησύχαζα και με την πάροδο των ημερών αλλοιώθηκε αυτό, σε σημείο που στο τέλος δεν με συνόδευε κανείς!

Υπόψη ότι η σύζυγός μου ερχόταν επισκεπτήριο και της ζήτησα να μου φέρει μια ποδιά ιατρού και μια περούκα. Αυτή κατάλαβε περί τίνος πρόκειται. Μου λέει “αυτό είναι επικίνδυνο”, αλλά μου τα έφερε. Και τι έκανα λοιπόν; Αποφάσισα ένα βράδυ και τους λέω “εγώ πάω να κοιμηθώ, κουράστηκα”, 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα τώρα.

Μπήκα μέσα στο δωματιάκι, έβγαλα από τον Θεοφιλογιαννάκο τα μαξιλάρια και τις κουβέρτες, τα έβαλα από κάτω από τη δική μου κουβέρτα, διότι οι αστυνομικοί, όταν κοιμόμασταν, άνοιγαν λίγο κουφωτά την πόρτα να δουν αν είμαστε μέσα.

Έτσι, βρήκα κάποια στιγμή, κοντά στο ξημέρωμα, για να μην βγω έξω και δεν υπάρχουν συγκοινωνίες, έβαλα την ποδιά, όπως το είχα σκηνοθετήσει, πήρα και ένα τσαντάκι που είχα τα ξυριστικά μου μέσα εκεί, έβαλα και την περούκα και την ώρα που άλλαζε και η βάρδια των γιατρών, βγήκα έξω από την είσοδο, αλλά δεν πήγα απευθείας από το φυλάκιο, εκεί που άνοιγε μία μπάρα, αλλά πήγα από την απέναντι μεριά, χαιρέτησα από μακριά το θυρωρό και έφυγα. Αυτό ήταν. Αρχές Αυγούστου του 1977».

Τότε ο Μπόλαρης ήταν 40 ετών. Δραπέτευσε και ο δρόμος τον έβγαλε στην Αγγλία μετά από αρκετό κρυφτούλι, μιας και έπρεπε να αλλάζει κρησφύγετο κάθε βδομάδα για να μην τον ανακαλύψουν, ενώ επιχειρούσε και επαφές με άλλους ομοφρονούντες που δεν είχαν συλληφθεί. Πρώτα βρέθηκε στην Κρήτη, μετά επέστρεψε στην Αθήνα, αλλά του είχε στήσει καρτέρι η αστυνομία, με έναν αστυνομικό να τον προειδοποιεί για να εξαφανιστεί και βρέθηκε στην Αγγλία να σπουδάζει οικονομικά και να στήνει ένα μεταφραστικό γραφείο μαζί με έναν επίσης χουντικό φίλο του.

Οι φήμες της εποχής, τις οποίες εμμέσως πλην σαφώς παραδέχτηκε χρόνια αργότερα ο Μπόλαρης, έλεγαν ότι δεχόταν χρηματική βοήθεια από Έλληνες εφοπλιστές που δραστηριοποιούνταν στο Λονδίνο. Σε αυτό το διάστημα φέρεται να προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από το παρελθόν.

Ο Μπόλαρης πέρασε πάνω από 20 χρόνια στο εξωτερικό μέχρι να επιστρέψει στην Ελλάδα όταν πια είχαν παραγραφεί τα εγκλήματά του. Βρήκε ένα σπίτι στο Μαρούσι, άλλαξε το όνομα του και διεκδίκησε από το ελληνικό κράτος σύνταξη που στην αρχή έπαιρνε η γυναίκα του και στη συνέχεια εκείνος, μέχρι που πέθανε τον Αύγουστο του 2018…