Κρυβόταν σε ένα σπίτι στη Σουρωτή: Η πρώτη ατάκα του διαβόητου, Παλαιοκώστα στον αστυνομικό που τον έπιασε στον ύπνο
Βρείτε μας στο

Στην κηδεία του Δημήτρη Παπαδόπουλου ήταν μια ετερόκλητη πομπή που τον συνόδευσε στην τελευταία κατοικία του στην Τούμπα. Οι «χαρλεάδες» που τίμησαν την μνήμη ενός «δικού» τους old school μηχανόβιου και λίγο πιο μπροστά οι μοτοσυκλέτες της αστυνομίας που εκείνη την ημέρα αποχαιρέτησαν έναν θρύλο του σώματος ο οποίος ανάμεσα σε άλλα είχε εξελιχθεί στη Νέμεση του διαβόητου κακοποιού Βασίλη Παλαιοκώστα.

Τότε, το 2015, ο Δημήτρης Παπαδόπουλος ήταν μόλις 59 ετών και δεν είχαν περάσει καλά-καλά ούτε δύο χρόνια από την ημέρα της αποστρατείας του. Αν και τον Μάρτιο του 2013 όλα έδειχναν –βάσει του εντυπωσιακού βιογραφικού και της ως τότε σταδιοδρομίας του- ότι θα ήταν ο επόμενος υπαρχηγός της ΕΛ.ΑΣ και σύντομα αρχηγός, αυτό δεν συνέβη. Για την ακρίβεια, μάλιστα, από τον κύκλο του υποστήριζαν ότι ενώ τον είχαν ενημερώσει να βγάλει εισιτήρια για να πετάξει από την Θεσσαλονίκη στην Αθήνα για την προαγωγή του, την τελευταία στιγμή ειδοποιήθηκε ότι όχι μόνο δεν θα αναβαθμιζόταν, αλλά ότι τελείωνε η καριέρα του…

Κρυβόταν σε ένα σπίτι στη Σουρωτή: Η πρώτη ατάκα του διαβόητου, Παλαιοκώστα στον αστυνομικό που τον έπιασε στον ύπνο

Αυτό ήταν ένα τεράστιο χτύπημα για τον αστυνόμο ο οποίος γεννήθηκε στην Κυανή Έβρου και είχε αφιερώσει την ζωή του στο Σώμα. Ακόμη κι όταν άρχισε ταχύτατα να ανεβαίνει στην ιεραρχία, εκείνος παρέμενε απλός, μετρημένος, κάνοντας τους υφισταμένους του να νιώθουν ότι ήταν «ένας από αυτούς». Στα κτήρια της αστυνομικής διεύθυνσης Θεσσαλονίκης συχνά τον έβλεπες να περνά τον χρόνο του στην Ασφάλεια, διατηρώντας ισχυρούς δεσμούς με το τμήμα, ενώ στο μεταξύ είχε κάνει μια μεγάλη διαδρομή.

Απόφοιτος της σχολής αξιωματικών και στη συνέχεια σε επιτελικές θέσεις στην δίωξη ανθρωποκτονιών, στις εσωτερικές υποθέσεις, διευθυντής Ασφαλείας, μετέπειτα διευθυντής στην Θεσσαλονίκη και στο τέλος ως αντιστράτηγος ολοκλήρωσε τη θητεία του ως επιθεωρητής Βόρειας Ελλάδας της ΕΛ.ΑΣ. Ακόμη και τότε πιο συχνά τον έβλεπες στον 3ο όροφο της Μοναστηρίου να μιλά με απλούς ασφαλίτες για την δουλειά ή για τον ΠΑΟΚ, την μεγάλη του αγάπη, εκτός από τον νόμο.

Αναμφίβολα κορωνίδα στην πορεία του αποτέλεσαν οι δύο εξιχνιάσεις των υψηλού προφίλ απαγωγών των επιχειρηματιών Μυλωνά και Χαΐτογλου και φυσικά οι ισάριθμες συλλήψεις του Βασίλη Παλαιοκώστα. Του νούμερο 1 κακοποιού στην Ελλάδα, γνωστού όχι μόνο εξαιτίας της εγκληματικής δράσης του αλλά και των απίστευτων αποδρασεών του, με την συνδρομή ελικοπτέρου που τον σήκωσε από τις φυλακές Κορυδαλλού!

Ήταν Ιούνιος του 2006 και ο Παπαδόπουλος βλέπει τα πλάνα από την τηλεόραση με την ιδιότητα του προϊσταμένου του τμήματος Εγκλημάτων Κατά Ζωής. Φυσικά θυμάται και εκείνος, αλλά και ο Παλαιοκώστας ότι οι δυο τους είχαν παίξει… κυνηγητό και 11 χρόνια νωρίτερα, μετά την απαγωγή του Αλέξανδρου Χαΐτογλου. Χρειάστηκε να περάσει μια τετραετία από τον Φεβρουάριο του 1995, αλλά η και η υπόθεση εξιχνιάστηκε από τον αξιωματικό της ΕΛ.ΑΣ και τελικά συνελήφθη μετά από καταδίωξη και τροχαίο ο κακοποιός.

Τεράστια διαφορά απ' τις υπόλοιπες: Η μοναδική ελληνική σειρά με streaming λογική που σώζει την παρτίδα φέτος
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ Τεράστια διαφορά απ’ τις υπόλοιπες: Η μοναδική ελληνική σειρά με streaming λογική που σώζει την παρτίδα φέτος

Κρυβόταν σε ένα σπίτι στη Σουρωτή: Η πρώτη ατάκα του διαβόητου, Παλαιοκώστα στον αστυνομικό που τον έπιασε στον ύπνο

Το ίδιο έργο παίχτηκε και μετά την κινηματογραφική απόδραση, με τον Παλαιοκώστα πια να οργανώνει ανάλογο κόλπο με τον βιομήχανο Γιώργο Μυλωνά και τον Παπαδόπουλο να είναι πλέον διευθυντής της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης. Μετά από 13 ημέρες ομηρίας αφήνεται ελεύθερος αφού η οικογένειά του καταβάλει –σύμφωνα με την δικογραφία- 10,8 εκατομμύρια ευρώ. Ο Δημήτρης Παπαδόπουλος οργανώνει μια ομάδα ειδικά για αυτήν την υπόθεση και χρειάζεται μόλις δύο μήνες για να βρει τα πρώτα προσημειωμένα χαρτονομίσματα και τηλεφωνικές συνομιλίες από παγιδευμένες συσκευές που τον οδηγούν στα ίχνη των δραστών.

Μόλις δύο μήνες αργότερα «δένει» απόλυτα την υπόθεση, με αποτέλεσμα το βράδυ της 20ής Αυγούστου 2008 ομάδες των ΕΚΑΜ να περικυκλώσουν το σπίτι στην Σουρωτή όπου είχε κρατηθεί όμηρος ο πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδας. Σύμφωνα με τον αστικό μύθο, ο Παλαιοκώστας πιάνεται σχεδόν στον ύπνο, να παρακολουθεί μια ταινία ξαπλωμένος στον καναπέ του, πριν παραδεχτεί «εντάξει, έχασα»…

Κρυβόταν σε ένα σπίτι στη Σουρωτή: Η πρώτη ατάκα του διαβόητου, Παλαιοκώστα στον αστυνομικό που τον έπιασε στον ύπνο

Ο επί 791 ημέρες δραπέτης και καταζητούμενος, έπεφτε και πάλι στα χέρια των Αρχών, όμως στις 22 Φεβρουαρίου2009 -μια μέρα πριν ξεκινήσει η δίκη του- δραπετεύει και πάλι από τις φυλακές Κορυδαλλού – ξανά μαζί με τον Αλβανό κακοποιό Αλκέτ Ριζάι και πάλι με ελικόπτερο. Μια απόδραση που του χαρίζει παγκόσμια φήμη και το παρατσούκλι του «Φαντομά», ενώ συνοδεύεται με την επικήρυξή του έναντι 1.000.000 ευρώ και μια… περίοπτη θέση στη λίστα των καταζητούμενων της Interpol.

Ποιος ξέρει… Αν ο Παπαδόπουλος είχε παραμείνει στην ΕΛ.ΑΣ ίσως σήμερα το όνομα του Παλαιοκώστα να μην ήταν στην παραπάνω λίστα και ο ίδιος να βρισκόταν στον Κορυδαλλό, ενδεχομένως οργανώνοντας την επόμενη περιπετειώδη απόδρασή του. Ωστόσο ο αστυνομικός ο οποίος τιμήθηκε για την εξιχνίαση και την σύλληψη με τον Σταυρό του Σώματος (ο οποίος πάντως –άγνωστο γιατί- του παραδόθηκε όχι σε κάποια τελετή, αλλά ταχυδρομικά μέσα σε έναν φάκελο) δεν πρόλαβε να βρεθεί για τρίτη φορά στα ίχνη του.

Κρυβόταν σε ένα σπίτι στη Σουρωτή: Η πρώτη ατάκα του διαβόητου, Παλαιοκώστα στον αστυνομικό που τον έπιασε στον ύπνο

Το 2013 αντί προαγωγής, θα βρεθεί εκτός αστυνομίας και θα πνίξει το παράπονό του σε ατελείωτες βόλτες με την Χάρλεϊ του ως ξεχωριστό μέλος της σχετικής κοινότητας, πολλά πακέτα Marlbolo και πολύ ΠΑΟΚ, μέχρι το 2015 όταν και έφυγε εντελώς αιφνιδιαστικά από αυτόν τον κόσμο κατόπιν μιας παράξενης επιπλοκής μετά από χειρουργείο. Στο τελευταίο «αντίο» η συνύπαρξη Ζητάδων και Χαρλεάδων, που για χάρη του συνυπήρξαν στον ίδιο χώρο, είναι η εικόνα που λέει όλη την ιστορία για το ποιόν αυτού του σπάνιου αξιωματικού που τίμησε όσο ελάχιστοι την στολή του.