Ο μαγαζοπαίκτης που τα ανατίναξε όλα στη διασκέδαση: Ο θρύλος της νύχτας με τα 47 μαγαζιά έζησε τρεις ζωές σε μία

Πιονέρος και διορατικός, όρισε την εποχή του όσο λίγοι και έγραψε ιστορία

Ξεψαχνίζοντας κανείς τα τι και πώς του βίου του, που τόσο απότομα διακόπηκε στα 79 του χρόνια λόγω καρδιακής προσβολής, το πρώτο πράγμα που σου «χτυπάει» είναι το πόσο διαφορετική ήταν κάποτε η «νύχτα» στη χώρα μας. Πόσο πιο έντονα και συχνά διασκέδαζε ο κόσμος – οι νεότεροι θα εντυπωσιαστούν σαν μάθουν πως πολλά μαγαζιά δούλευαν ως και 7 μέρες την εβδομάδα, ακόμα και τις αργίες. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον ευκαιρίας, ο Λάκης Ραπτάκης υπήρξε μαζί πιονέρος και διορατικός. Κατανόησε σε βάθος τις ανάγκες των καιρών του, ενώ την ίδια στιγμή έγινε αυτός που όρισε τους κανόνες του παιχνιδιού.

Ο άνθρωπος έστησε, στα 80’s και στα 90’s, μερικά από τα πιο θρυλικά «στέκια» της Ελλάδας. Χώρους που έγραψαν ιστορία. Συνολικά 47 (!) μαγαζιά, το γράφεις και δυσκολεύεσαι να το πιστέψεις. «Εγώ είμαι μαγαζοπαίκτης, για ρεκόρ Γκίνες» έδινε ο ίδιος την περιγραφή του εαυτού του, «μιξάροντας» ευφυία με χιούμορ, στοιχεία που τον χαρακτήριζαν άλλωστε.

Ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη, με την Tiffany’s, όταν στην Ελλάδα κανείς δεν είχε ιδέα για το τι είναι ντίσκο – είχε δει το φαινόμενο στο Λονδίνο και τόλμησε να το «μεταλαμπαδεύσει» στα μέρη μας. Ακολούθησαν η Disco 51 και μετά η κάθοδος στην Αθήνα, με legendary ονόματα όπως το Prive, το Loft, οι Χάντρες, το Ακρωτήρι και η Αίγλη στο Ζάππειο. Το ένα success story μετά το άλλο, ουρές έκανε ο κόσμος για να το ζήσει από μέσα. «Επανάσταση» στο night life. Το να δημιουργεί πετυχημένα μαγαζιά ήταν το μεγάλο πάθος. Με το που πετύχαινε έναν στόχο, ο Λάκης Ραπτάκης έβαζε πλώρη αμέσως για τον επόμενο.

Όλοι ήθελαν να είναι παρόντες στα δημιουργήματά του. Επειδή συνδύαζαν καλαισθησία και ποιότητα, επειδή είχαν μια αύρα που τα έκανε να ξεχωρίζουν από το μέσο όρο. Ειδικά για τους διάσημους ήταν κάτι σαν επίδειξη status. Για τον επιπλέον λόγο πως συχνά προβλέπονταν (και) ειδικοί χώροι γι’ αυτούς. Για να μπορούν να διασκεδάζουν χωρίς να τους ενοχλούν. Αλλά να τους βλέπουν. Η ματαιοδοξία, κακά τα ψέματα, παίζει πολύ μεγάλο ρόλο σε αυτούς τους ανθρώπους…

Παρότι ήταν ένας από τους πλέον πετυχημένους επιχειρηματίες επί σειρά ετών το όνομά του δεν ήταν γνωστό στο ευρύ κοινό. Εξαίρεση αποτέλεσε η ταραχώδης περίοδος της ερωτικής του σχέσης με την Βάνα Μπάρμπα, την περίοδο 1998-2000. Είχαν άσχημο φινάλε κάτι που δημιούργησε ντόρο και αντεγκλήσεις στα media. Αλλά με τα χρόνια τα βρήκαν και μάλιστα είχαν καταφέρει να γίνουν και πολύ καλοί φίλοι μεταξύ τους.

Στα τόσα που κατάφερε, ο Λάκης Ραπτάκης καμάρωνε πάντα ιδιαιτέρως για το γεγονός πως πελάτισσα σε μαγαζί του υπήρξε κάποτε η Σάρον Στόουν. Αποκαλύπτοντας μάλιστα πως η διάσημη σταρ του Χόλιγουντ είχε μια μανία με τις… γραβάτες. ΟΚ, δεν κρίνουμε!

Αυτό που μένει, παρά το νωπό ακόμα του θανάτου του που βαραίνει πολύ την ατμόσφαιρα για τους οικείους του, είναι πως πρόλαβε και αξιοποίησε στο μέγιστο δυνατό το χρόνο που του δόθηκε. Σαν να έζησε 3 ζωές σε μία. Χάρη σε ένα έξω από τα συνηθισμένα επιχειρηματικό ένστικτο.

Το πώς «ανέστησε» την Αίγλη στο Ζάππειο, που ήταν εντελώς παρηκμασμένη πριν ασχοληθεί μαζί της, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι ιστορίες και τα πάρτι από τα μαγαζιά του θα γέμιζαν τόνους από βιβλία. Σίγουρα μένουν γερά φυλαγμένες στο μυαλό και στην καρδιά όσων τα έζησαν από κοντά. Για μια εποχή που παρήλθε, μάλλον ανεπιστρεπτί. Αφήνοντας πίσω της, θρύλους όπως ο Λάκης Ραπτάκης…