Το έτρεχε μέσα απ’ το ΚΨΜ: Το μαγαζάκι των 12τμ στη Στουρνάρη 24 που έγινε αληθινό χρυσωρυχείο

Ένα μοναδικό success story

Το ελληνικό επιχειρείν σίγουρα είναι φτωχότερο μετά το θάνατο του Γιώργου Γεράρδου. Του ανθρώπου που πριν από 57 ολόκληρα χρόνια στέγασε τα όνειρα και τις φιλοδοξίες του σε ένα χώρο μόλις 12 τετραγωνικών μέτρων και κόντρα σε κάθε πρόβλεψη το είδε να εξελίσσεται σε έναν επιχειρηματικό κολοσσό που αποτελεί τον ορισμό του success story.

Ίσως το όνομά του να μην λέει πολλά στους αναγνώστες, αλλά είναι βέβαιο πως όλοι γνωρίζουν το δημιούργημά του. Ενδέχεται μάλιστα πολλοί εξ αυτών να διαβάζουν αυτές τις γραμμές χρησιμοποιώντας κάποιο προϊόν που προμηθεύτηκαν από κάποιο κατάστημα της αλυσίδας «Πλαίσιο», την οποία ξεκίνησε ο ίδιος, παραμένοντας στο τιμόνι της για δεκαετίες, αρνούμενος πολλές και παχυλές προσφορές για να την παραχωρήσει έναντι αστρονομικών ποσών.

Ο «φτωχός μαθητής» που διέπρεψε επιχειρηματικά

Χάρη στις προσπάθειες της μητέρας του που εργαζόταν ως νοσοκόμα όπως και ο πατέρας του, ο γεννημένος στο Παλαιό Φάληρο Γιώργος Γεράρδος κέρδισε μια υποτροφία ως «φτωχός μαθητής» στο Κολλέγιο Αθηνών. Συνέχισε τις σπουδές του στο Πολυτεχνείο και παράλληλα με την πορεία του στα φοιτητικά έδρανα ένιωθε την «φλόγα» που έκαιγε μέσα του για να βελτιώσει τη ζωή του.

Όντας ακόμη φοιτητής, δανείστηκε λίγα χρήματα από συγγενείς και φίλους. Όχι πολλά, αλλά τόσα όσα χρειαζόταν ώστε να νοικιάσει ένα μαγαζάκι που δεν ξεπερνούσε τα 12 τετραγωνικά, δίπλα στη σχολή του. Το ημερολόγιο έγραφε 1969 όταν για πρώτη φορά ανέβηκε μια μικρή πινακίδα με την επωνυμία «Πλαίσιο» που σήμερα έχει γίνει ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα brand names στην Ελλάδα.

Αρχικά πωλούσε ύλη που χρειάζονταν οι συμφοιτητές του στο Πολυτεχνείο. Έβαλε στην άκρη τους μεσάζοντες που αφαιρούσαν κέρδη και προσέθεταν κόστη κι έτσι μπορούσε να προσφέρει ανταγωνιστικές τιμές. Αρχικά, λοιπόν, δούλεψε με έναν και μοναδικό υπάλληλο. Ο ίδιος βρισκόταν εκεί μέσα όταν έφευγε από τα έδρανα και συνέχισε να επενδύει όλο του το «είναι» ακόμη κι όταν υποχρεώθηκε να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία.

Άφησε πίσω τον πατέρα και την σύζυγό του, Άννα, κι αυτός από τον Έβρο όπου ήταν η μονάδα, έτρεχε μέσα από το ΚΨΜ μια επιχείρηση που τότε αριθμούσε 13 εργαζόμενους και γνώριζε αξιοπρόσεκτη επιτυχία, μετά από μια 7ετία λειτουργίας.

Η τύχη που βοηθάει τους τολμηρούς

«Οι βλέψεις μου ήταν πάντα ψηλά, αλλά όλα μου πήγαν καλά. Ήθελα πάντα να πετύχω, ξεπερνούσα ένα-ένα τα εμπόδια και έβλεπα το δρόμο να ανοίγεται μπροστά μου. Δεν ήταν εύκολος δρόμος. Απαιτήθηκε πολλή δουλειά, ταπεινότητα και ισχυρή όσφρηση για να είμαστε μπροστά από τα πράγματα», είχε πει σε παλαιότερη συνέντευξή του. Θέλοντας με αυτό τον τρόπο να επιβεβαιώσει αυτό που έλεγαν όλοι όσοι τον γνώριζαν. Ότι δηλαδή παρά την επιτυχία, δεν είχε την έπαρση που μετά από τόσα μοναδικά κατορθώματα θα μπορούσε κάποιος να την δικαιολογήσει.

Σημείο καμπής της επιχείρησης ήταν η στροφή της στην τεχνολογία, όταν ακόμη άλλοι ενδεχομένως αμφισβητούσαν την επερχόμενη επέλαση των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ήταν το 1985 όταν τόλμησε να δοκιμάσει με την διαδικασία «χτισίματος» ενός PC στα μέτρα του πελάτη, όταν ακόμη κυρίαρχη τάση της ελληνικής αγοράς ήταν να αγοράζει κανείς ένα «επώνυμο» μηχάνημα, είτε της IBM είτε κάποιου «κλώνου» του. Τότε γεννήθηκε η σειρά «Turbo X» που πλέον γνωρίζουμε όλοι, ενώ αργότερα παραμένοντας πιστός στην πελατοκεντρική προσέγγισή του, έδωσε την δυνατότητα παραγγελίας και παράδοσης την επόμενη ημέρα. Καμιά φορά τρέχοντας και ο ίδιος με την μηχανή του…

Αναμφίβολα πρέπει κάποιος να σταθεί και σε ακόμη μία χρονιά-ορόσημο. Το 1999 όταν για πρώτη φορά το «Πλαίσιο» μπαίνει στο χρηματιστήριο αξιών Αθηνών, ενώ παράλληλα εγκαινιάζεται και το ηλεκτρονικό κατάστημα με την επωνυμία «plaisio.gr», προλαμβάνοντας τον ανταγωνισμό αλλά και ανοίγοντας την ίδια ώρα το δρόμο προς την ψηφιακή εποχή.

Η εκτόξευση και η διαδοχή

Ακόμη και τότε ο Γιώργος Γεράρδος συνέχισε να βλέπει μπροστά και μακριά. Επί 8 συνεχόμενα έτη το «Πλαίσιο» έμπαινε στη λίστα με τις 500 ταχύτερα αναπτυσσόμενες εταιρείες στην Ευρώπη, ενώ όποια πρόταση εξαγοράς κι αν ερχόταν, εκείνος την προσπερνούσε ανεξάρτητα από το ύψος της.

«Όντας ένα ζωντανό κομμάτι της ελληνικής οικονομίας, έχουμε υπάρξει πόλος ενδιαφέροντος. Πιστεύουμε, όμως, στην αξία της εταιρείας τόσο τη σημερινή, όσο και τη μελλοντική και για αυτό αφιερώνουμε όλη μας την ενέργεια και τη σκέψη στο πώς θα πάμε τη δουλειά μας μπροστά» είχε αποκαλύψει το 2019, όταν το δημιούργημά του συμπλήρωνε 50 χρόνια ζωής.

Παράλληλα στήριζε το οικογενειακό μοντέλο αφού αυτό τον είχε κρατήσει στα πόδια του. Μην ξεχνάμε ότι σπούδασε χάρη στο πείσμα της μητέρας του, ενώ αργότερα ήταν ο πατέρας και η σύζυγός του που στάθηκαν στο πλευρό του στις δύσκολες πρώτες μέρες.

Έτσι κι εκείνος με τη σειρά του προετοίμασε τη διάδοχη κατάσταση, μέσα από τον γιο του, Κωνσταντίνο, που όταν ήρθε η ώρα ήταν έτοιμος για να αναλάβει και πλέον καλείται να διαχειριστεί έναν επιχειρηματικό κολοσσό, ακολουθώντας τα βήματα του Γιώργου Γεράρδου…