Παρουσίαζε το «Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος» για 16 ολόκληρα χρόνια. Ο Κρις Τάραντ τον Σεπτέμβριο του 2001 έγινε μέρος της ιστορίας χωρίς να το ξέρει, καθώς απέναντί του είχε τον άνθρωπο που έκανε το μεγαλύτερο κόλπο στην ιστορία του «Εκατομμυριούχου».
Η ανατομία ενός (τηλεοπτικού) εγκλήματος
Αρκετά χρόνια μετά ο Τάραντ συμμετείχε στο «Who Wants to Be a Millionaire: Major Fraud», το οποίο προβλήθηκε στο βρετανικό κανάλι ITV, αποκαλύπτοντας όσα έγιναν μπροστά και πίσω από τις κάμερες στο επίμαχο επεισόδιο, με πρωταγωνιστή τον Ταγματάρχη Τσαρλς Ίνγκραμ.
Ο Τάραντ βλέπει ξανά το βίντεο από το επεισόδιο της απάτης και αποκαλύπτει όσα δεν έδειξαν οι κάμερες για την σχεδόν τέλεια κομπίνα. Είναι η ανατομία μιας απάτης που ξετυλίγεται καρέ-καρέ, με τον ίδιο τον παρουσιαστή να μας οδηγεί στα μονοπάτια ενός καλοστημένου σχεδίου, που θα μπορούσε να μην έχει ανακαλύψει κανείς…
Ο Τάραντ ξεκινάει σχολιάζοντας το πρώτο πλάνο του Ταγματάρχη Τσαρλς Ίνγκραμ στην καρέκλα του διαγωνιζόμενου: «Δείτε τον, παραπατάει, δεν έχει ιδέα!», σημειώνει την ώρα που πράγματι βλέπουμε έναν παίκτη που δείχνει να τα έχει εντελώς χαμένα. Απουσιάζει η σιγουριά του νικητή, η ηρεμία του γνώστη. Κανείς, (βλέποντας μόνο την εικόνα) δεν μπορεί να φανταστεί τι κρύβεται πίσω από το αγχωμένο, σχεδόν πανικόβλητο βλέμμα του.
Το κοινό στο στούντιο θεωρεί ότι πρόκειται για έναν τυχερό, ίσως και γραφικό, διαγωνιζόμενο που βαδίζει στο κενό: «Τι να σκεφτόταν άραγε;», αναρωτιέται ο παρουσιαστής, βλέποντας τον Ίνγκραμ να έχει κενά, να μονολογεί ακατάληπτα και να αποκλείει εντελώς μόνος του τη σωστή απάντηση. «Υποθέταμε πως απλώς σκεφτόταν φωναχτά».
Το μεγάλο κόλπο
Λίγο αργότερα, όμως, η μέθοδος του Ίνγκραμ αποκαλύπτεται στο βίντεο με πάσα λεπτομέρεια. Αρχίζει να διαβάζει φωναχτά τις επιλογές. Α, Β, Γ, Δ. Και τότε, ακούγεται το πρώτο «Γκουχ»: «Ήταν χλωμός, έδειχνε πολύ πεσμένος όποτε αγνοούσε την απάντηση, αλλά τουλάχιστον στεκόταν στα πόδια του, επαναλαμβάνοντας τις λέξεις ξανά και ξανά», περιγράφει ο Τάραντ, εξηγώντας πώς το κοινό είχε αρχικά θαυμάσει την υποτιθέμενη τύχη και το ρίσκο του. Όμως, το βίντεο «πίσω από τις κάμερες» αποδεικνύει ότι δεν επρόκειτο για τύχη, αλλά για ένα καλοστημένο σχέδιο.
Ο παρουσιαστής αναλύει τη σκηνή που ο Ίνγκραμ αλλάζει εντελώς άποψη σε κλάσματα δευτερολέπτου. Μια απλή ακρόαση του απομονωμένου ήχου αρκεί για να καταρρεύσει ο μύθος. «Όταν ακούμε τον συγχρονισμένο βήχα του Τέκουεν Γουίτοκ (του καθηγητή που μαζί με την σύζυγο του Ίνγκραμ συμμετείχαν στην απάτη), 19 φορές στη σειρά, ακριβώς πάνω στη σωστή απάντηση, καταλαβαίνουμε έκπληκτοι ότι ο Ταγματάρχης, τελικά, ήταν απλώς μια μαριονέτα που καθοδηγούνταν από τον ήχο».
Ο Γουίτοκ, ένας καθηγητής και φίλος του ζευγαριού, βρισκόταν κρυμμένος στο κοινό, μαζί με τη σύζυγο του Ίνγκραμ, Νταϊάνα. Αυτοί οι δύο ήταν οι υποβολείς, που… ευθύνονταν για την υποτιθέμενη διάνοια του Ίνγκραμ.
Η αρχή του τέλους
«Κοκαλώνουμε», παραδέχεται ο Τάραντ, αναφερόμενος στη στιγμή που η ομάδα παραγωγής συνειδητοποίησε το μέγεθος της απάτης. Η 15η ερώτηση απαντήθηκε, ο Ίνγκραμ πανηγύρισε και η επιταγή του ενός εκατομμυρίου ήταν πια στα χέρια του. Ο ίδιος είχε αρχίσει να πιστεύει ότι κανείς δεν είχε καταλάβει το κόλπο του.
Όμως η παραγωγή, δεν θα άφηνε την υπόθεση αδιερεύνητη. Το βίντεο του παιχνιδιού εξετάστηκε ξανά και ξανά. Κι όταν οι τεχνικοί απομόνωσαν τα μικρόφωνα του κοινού, η ενορχηστρωμένη συμφωνία του βήχα αποκαλύφθηκε και ο Ταγματάρχης… πήγε πρώτα κουβά και μετά ενώπιον της δικαιοσύνης.
Αυτή η ανάλυση, αυτό το ξετύλιγμα του κουβαριού μέσα από τα μάτια (και τα αυτιά) του Τάραντ, έφερε τους τρεις ενόχους ενώπιον της δικαιοσύνης. Η επιταγή του 1.000.000 λιρών, που λίγες ώρες νωρίτερα κρατούσε περιχαρής στα χέρια του, ακυρώθηκε από την παραγωγή πριν καν προλάβει να σκεφτεί πώς θα την εξαργυρώσει. Αντί για τα πλούτη, ο Ίνγκραμ, η σύζυγός του Νταϊάνα και ο συνεργός τους Τέκουεν Γουίτοκ βρέθηκαν στο εδώλιο.
Τα λάθη πληρώνονται
Το 2003, το δικαστήριο τους έκρινε ενόχους για συνωμοσία και απάτη, επιβάλλοντας στο ζευγάρι ποινές φυλάκισης 18 μηνών (και 12 στον Γουίτοκ) με διετή αναστολή. Μπορεί να γλίτωσαν το κελί, αλλά η ζωή τους καταστράφηκε ολοσχερώς.
Τα υπέρογκα δικαστικά έξοδα και τα πρόστιμα τους οδήγησαν στην απόλυτη χρεοκοπία. Η δημόσια κατακραυγή ήταν ανελέητη, με τον κόσμο να τους βήχει κοροϊδευτικά στον δρόμο για χρόνια. Το τελειωτικό χτύπημα, όμως, ήρθε από τον Βρετανικό Στρατό. Λίγους μήνες μετά την καταδίκη, ο Ίνγκραμ εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, χάνοντας οριστικά τον βαθμό του Ταγματάρχη. Το «κόλπο του αιώνα» αποδείχθηκε μια μοιραία παγίδα, που μετέτρεψε έναν αξιωματικό σε εθνικό ανέκδοτο και απέδειξε περίτρανα πως η απληστία στο τέλος πληρώνεται πολύ πιο ακριβά από ένα εκατομμύριο…
