Ήταν 16 Μαΐου του 1948 όταν στην παραλία της Θεσσαλονίκης, κοντά στον Λευκό Πύργο, βρέθηκε να επιπλέει κακοποιημένο, δεμένο χειροπόδαρα και με μία σφαίρα στο κεφάλι, το πτώμα του Τζορτζ Πολκ. Ο Αμερικανός δημοσιογράφος βρισκόταν στην Ελλάδα ως απεσταλμένος του ειδησεογραφικού δικτύου CBS, καλύπτοντας την εξέλιξη του Ψυχρού Πολέμου. Το θέαμα ήταν μακάβριο, σοκαριστικό. Ακόμα και για μια κοινωνία που δεν είχε παρά ελάχιστο καιρό που είχε αφήσει πίσω της τη φρίκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ ακόμα μαινόταν η εμφύλια σύγκρουση στη χώρα μας…
Είναι δυνατόν μια υπόθεση που συνέβη πριν από κοντά 80 χρόνια να προκαλεί ακόμα πάθη και έντονες συζητήσεις; Είναι. Για έναν απλό όσο και δυσάρεστο λόγο: Δεν αποδόθηκε ποτέ δικαιοσύνη, δεν εξιχνιάστηκε ποτέ το πυκνό μυστήριο του τι πραγματικά συνέβη. Η δολοφονία του Τζορζ Πολκ παραμένει μία από τις πιο σκοτεινές στιγμές στην ιστορία του νεοελληνικού κράτους. Ακόμα περισσότερο επειδή οι Αρχές έριξαν το φταίξιμο, άγαρμπα και προκλητικά, σε έναν αθώο. Στον δημοσιογράφο της εφημερίδας «Μακεδονία», Γρηγόρη Στακτόπουλο, που είχε την ατυχία να γνωρίζει τον Αμερικανό και εμφανιζόταν να ήταν ο τελευταίος που τον είχε δει εν ζωή. Παρά την έλλειψη ουσιαστικών στοιχείων που να πείθουν πως είχε την οποιαδήποτε εμπλοκή, πέρασε 12 ολόκληρα χρόνια πίσω από τα σίδερα μέχρι να αποφυλακιστεί.

Η Χωροφυλακή Θεσσαλονίκης έριξε εξ αρχής την ευθύνη στο ΚΚΕ και συγκεκριμένα στα στελέχη του, Αδάμ Μουζενίδη και Βαγγέλη Βασβανά. Στον Στακτόπουλο και με βάση την «ομολογία» του, χρεώθηκε πως παρέσυρε τον Πολκ σε παγίδα με το πρόσχημα της συνάντησης με τον κομμουνιστή στρατιωτικό ηγέτη Μάρκο Βαφειάδη. Καταδικάστηκε σε ισόβια, ως συνεργός. Οι δύο σύντροφοί του καταδικάστηκαν ερήμην σε θάνατο. Αργότερα, θα αποκαλυφθεί ότι ο Μουζενίδης το διάστημα της δολοφονίας ήταν νεκρός και ο Βασβανάς εκτός Ελλάδος… Η ομολογία του 38χρονου τότε Έλληνα δημοσιογράφου ήταν προϊόν πολυήμερων βασανιστηρίων στα κτήρια της Ασφάλειας. Ήταν απολύτως ανθρώπινο και κατανοητό πως λύγισε και αναγκάστηκε να υπογράψει ό,τι χαρτιά του έδωσαν προκειμένου να γλιτώσει από το μαρτύριο που βίωνε.
Ο Πολκ αποδοκίμαζε στα κείμενά του τη δράση των Κομμουνιστών. Αλλά την ίδια στιγμή τασσόταν ανοιχτά κατά της ελληνικής κυβέρνησης, χρεώνοντάς της τη φτώχεια και τη μιζέρια της χώρας ενώ κριτίκαρε την Ουάσιγκτον για στήριξη ενός διεφθαρμένου καθεστώτος. Με άλλα λόγια και με βάση το ασφυκτικό πλαίσιο της εποχής, κρατούσε κάτι σαν ίσες αποστάσεις και προσπαθούσε να κάνει όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικά τη δουλειά του. Κάτι, πάντως, που ενοχλούσε. Πολλούς. Το ίδιο «τζιζ» έκανε και η πρόθεσή του να πάρει συνέντευξη από τον Βαφειάδη.

Πολλές οι θεωρίες για το τι συνέβη, αρκετές οι έρευνες που έγιναν όλα αυτα τα χρόνια από διάφορους. Οι περισσότεροι μελετητές καταλήγουν στο συμπέρασμα πως οι δολοφόνοι του Πολκ ήταν Έλληνες παρακρατικοί που είχαν ενεργήσει για λογαριασμό πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων που λυμαίνονταν την αμερικανική βοήθεια προς τη χώρα μας. Με εμπλοκή των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών που είχαν τότε και αντικρουόμενα συμφέροντα με τις ΗΠΑ, ειδικά στη Μέση Ανατολή. Πρόσωπο-κλειδί στην όλη ιστορία θεωρείται πως ήταν ο Ράντολ Κόουτς. Βρετανός αξιωματούχος πληροφοριών αλλά και πράκτορας στη Μακεδονία. Θεωρείτο ο καλύτερα ενημερωμένος ξένος για τις κομμουνιστικές δραστηριότητες στη Βόρεια Ελλάδα. Παρότι είχε αποδεδειγμένα επαφές με τον Πολκ και φαινόταν εξ αρχής πως γνώριζε πολλά, η Ασφάλεια δεν έκανε καν τον κόπο να τον αναζητήσει…
Οι Αμερικανοί «έβραζαν» και ζητούσαν απαντήσεις για το θάνατο ενός δικού τους, για μια δολοφονία που είχε προκαλέσει μεγάλο ντόρο διεθνώς. Ο πρωθυπουργός Θεμιστοκλής Σοφούλης είχε δηλώσει ότι «αποτελεί ζήτημα τιμής δια την Ελλάδα η ταχεία ανακάλυψις των δραστών και των αιτίων του αποτρόπαιου τούτου εγκλήματος, καθώς και η παραδειγματική τιμωρία των δολοφόνων». Οι ελληνικές Αρχές έτρεμαν το ενδεχόμενο να αποδειχθεί εμπλοκή της Δεξιάς στη δολοφονία…
Είναι πάντως πλέον 100% εμφανές, ως και απροκάλυπτο, πως στόχος ήταν να χρεωθεί το έγκλημα σε κομμουνιστές – φαινόταν αληθοφανές ότι σκότωσαν έναν πολίτη μιας χώρας που εξόπλιζε και στήριζε το ελληνικό κράτος. Και ότι τελικά αυτό το σενάριο βόλευε όλους τους «ισχυρούς παίκτες» της εποχής αφού ενίσχυε το αντι-κομμουνιστικό αφήγημα σε μια εποχή που ο Ψυχρός Πόλεμος μόλις ξεκινούσε.

Στην πορεία των ετών κατατέθηκαν στον Άρειο Πάγο 4 αιτήσεις αναψηλάφησης της υπόθεσης (1977, 1999, 2002 και 2006) από μεριάς του Στακτόπουλου και μετά το θάνατό του, από τη σύζυγό του, Θεοδώρα. Καμία δεν έγινε δεκτή. Χάθηκε έτσι η ευκαιρία να πέσει φως στο τι έγινε τότε, παίρνοντας ενδεχομένως τις απαντήσεις που εκκρεμούν.
«Το ότι δεν έχω δικαιωθεί ακόμη αυτό αποτελεί απόδειξη της καταπτώσεως της ελληνικής δικαιοσύνης. Οι Γάλλοι, τον Ντρέιφους, κατόπιν προσπαθειών του Ζολά, τον αθώωσαν και τον αποκατέστησαν. Δυστυχώς οι δικές μου αιτήσεις για την αναθεώρηση της δίκης απορρίφθηκαν από τον Αρειο Πάγο. Αν και έχει αποδειχθεί πλέον ότι έχω τόση ανάμειξη σε αυτή την υπόθεση, όση είχε και ο Πατριάρχης Αντιοχείας», είχε πει, γεμάτος πίκρα και παράπονο, ο Στακτόπουλος, λίγο πριν φύγει από τη ζωή.
Το ποιος σκότωσε τον Πολκ μπορεί να μην απαντηθεί ποτέ. Αλλά το ότι ο Στακτόπουλος υπήρξε θύμα σκευωρίας δεν σηκώνει αμφιβολία. Σε μια ιστορία που ακόμα πληγώνει το γόητρο και την αξιοπιστία της ελληνικής δικαιοσύνης, πόσο μάλλον καθώς έχει αρνηθεί επανειλημμένως, όπως είδαμε, να ανοίξει ξανά το φάκελο της υπόθεσης. Μήπως επειδή φοβάται πως έτσι θα ανοίξει ο ασκός του Αιόλου και θα βγουν στην επιφάνεια και άλλες παρόμοιες δικαστικές πλάνες της εποχής εκείνης;
