Νεκροταφείο πλοίων και ψυχών: Ένα μέρος που η οσμή θανάτου ντροπιάζει όσο λίγα το ανθρώπινο είδος

Το κομμουνιστικό σύστημα διακυβέρνησης έχει απομείνει πια μόνο με… ρομαντικούς υποστηρικτές, όταν δεν μιλάμε για πολίτες της Κίνας, της Κούβας, του Βιετνάμ ή της Βορείου Κορέας. Η δοκιμασία στο πέρασμα των χρόνων ανέδειξε το καπιταλιστικό ως το μόνο ρεαλιστικό και ευνοϊκό για την ευημερία των ανθρώπων.

Όχι όμως όλων των ανθρώπων. Δεκανίκι του είναι η αδικία. Διότι η επιζητούμενη ευημερία αφορά μόνο το λεγόμενο δυτικό κόσμο. Προς επίτευξη αυτής πληρώνουν το τίμημα οι υποανάπτυκτες χώρες του πλανήτη. Ο αδηφάγος όλο για περισσότερα κέρδη καπιταλισμός προϋποθέτει την εκμετάλλευση του ασθενούς από τον ισχυρό.

Και δεν υπάρχει μάλλον μέρος στον κόσμο όπου το φαινόμενο απηχεί με τόση αναλγησία και κυνικότητα όσο σε μια κουκίδα του παγκόσμιου χάρτη, στη νότια Ασία.

Στο μεγαλύτερο λιμάνι του Μπαγκλαντές οι ανθρωπιστικές οργανώσεις λάμπουν διά της απουσίας τους

Στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του Μπαγκλαντές, το Τσιταγκόνγκ, η εκμετάλλευση του τριτοκοσμικού από τον «δυτικό» θυμίζει μια διαρκή μάχη επιβίωσης. Τα καθήκοντα των εργαζομένων στο μεγαλύτερο «νεκροταφείο» πλοίων του κόσμου, εκτός του ότι παραπέμπουν σε εποχές που η σκλαβιά ήταν εντός νόμου, διατρέχονται από θανάσιμους κινδύνους κάθε ώρα και στιγμή.

Σε αυτή την κολοσσιαία σε μέγεθος και συμφέροντα «βιομηχανική ζώνη διάλυσης πλοίων» καταλήγουν τα καράβια που αποσύρονται για να γίνουν παλιοσίδερα.

Τα περισσότερα πλοία έχουν διάρκεια ζωής 25 με 30 χρόνια και καθότι η επισκευή τους πολλές φορές κρίνεται αντιοικονομική και το ποσό που απαιτείται για την ασφάλισή τους είναι υπέρογκο, καταλήγουν στην ανακύκλωση.

Δουλειά των εργατών είναι να τεμαχίζουν με τα χέρια τους τα «γηρασμένα» πλοία, να τα βγάζουν από τη θάλασσα στη στεριά και ακολούθως να λιώνουν το σίδερο. Περισσότερα από 800 μεγάλα πλοία διασπώνται κάθε χρόνο, η συντριπτική πλειονότητα στις ασιατικές παραλίες, όπου το πενιχρό κόστος εργασίας εξασφαλίζει υπέρογκα κέρδη στις ναυτιλιακές εταιρίες.

Η ναυπηγική θεωρείται μία από τις «πράσινες» βιομηχανίες του κόσμου, καθώς το πλοίο ανακυκλώνεται σε τεράστιο ποσοστό, συχνά έως το τελευταίο μπουλόνι και φύλλο μετάλλου. Οι πρώτες ύλες (χάλυβας) που προκύπτουν στα ναυπηγεία ανακύκλωσης μεταπωλούνται από τις εταιρίες σε ναυπηγεία κατασκευής.

Η μπίζνα είναι πολύ μεγάλη και μολονότι υπάρχουν μέρη στον κόσμο για να γίνει η δουλειά σε υψηλά στάνταρ ασφαλείας, η αναζήτηση του μεγαλύτερου δυνατού κέρδους καθιστά πιο περιζήτητα εκείνα με τα φθηνότερα εργατικά χέρια. Έστω και αν οι συνθήκες εργασίας σε αυτά είναι οι αθλιότερες που έχει επινοήσει ο άνθρωπος από την εποχή των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης κι έπειτα…

Ο αριθμός των εργαζόμενων στα ναυπηγεία του Τσιταγκόνγκ παραπέμπει στο μέγεθος μιας μεγάλης ελληνικής πόλης

Η συγκεκριμένη βιομηχανία απασχολεί εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους σε ορισμένες από τις φτωχότερες χώρες του κόσμου. Τα ναυπηγεία του Τσιταγκόνγκ λειτουργούν από τη δεκαετία του ’60 και ανακυκλώνουν ετησίως περίπου 230 πλοία, παράγοντας 10 εκατ. τόνους χάλυβα, περί του 60% που αξιοποιείται στο Μπαγκλαντές.

Από τα 6,5 εκατ. κατοίκων της πόλης οι περίπου 200.000 εργάζονται εκεί. Οι βάρδιες είθισται να είναι 14ωρες σε εξαήμερη βάση, και το μεροκάματο να μην φτάνει καν τα 5 δολάρια! Για την ακρίβεια, ένας παλιός στη δουλειά αμείβεται με 4,7 την ημέρα.

Αυτό όμως είναι το λιγότερο. Ο εξοπλισμός των εργατών είναι εντελώς ανεπαρκής και η εργασία λόγω των χημικών αντιδράσεων τόσο τοξική που οι τραυματισμοί είναι ένα πολύ συχνό φαινόμενο. Και οι θάνατοι καθόλου ασυνήθιστο. Επίσημα στατιστικά στοιχεία δεν υπάρχουν, αλλά οι ομάδες εργασίας υποστηρίζουν ότι την τελευταία 10ετια έχουν χάσει τη ζωή τους πάνω από 125 άνθρωποι.

Η προστασία από το νομικό πλαίσιο είναι σχεδόν ανύπαρκτη και κανείς δεν αισθάνεται υπεύθυνος για το θάνατο, όχι μόνο ανδρών, αλλά και παιδιών, καθώς στο Τσιταγκόνγκ εργάζονται ανήλικοι από 14 ετών έως άνθρωποι τρίτης ηλικίας.

Είναι απίστευτο ότι μία από τις πιο κακοπληρωμένες δουλειές του κόσμου είναι και η πιο επικίνδυνη

Το 2014 επισκέφτηκε την περιοχή ο αρθρογράφος του National Geographic  Πίτερ Γκουίν, περιγράφοντας αυτό που αντικρίζει κάθε επισκέπτης όταν φτάνει εκεί: φρουρούς, συρματοπλέγματα και πινακίδες που αναφέρουν ότι απαγορεύεται η λήψη φωτογραφιών. Όλα αυτά ήταν αποτέλεσμα μια σειράς ατυχημάτων που κόστισαν τη ζωή πολλών εργατών.

Οι «φεουδάρχες» του συστήματος δεν θέλουν να γνωρίζει ο κόσμος τι συμβαίνει στο λιμάνι – ναρκοπέδιο. Ο Γκουίν κατάφερε να φτάσει κρυφά διά θαλάσσης, με τη βάρκα ενός ντόπιου ψαρά.

«Στις φτωχογειτονιές που έχουν δημιουργηθεί γύρω από τα ναυπηγεία, γνώρισα πολλούς εργαζομένους. Πολλοί είχαν βαθιά σημάδια από τα ατυχήματα σε όλο τους το σώμα. “Τατουάζ της Τσιταγκόνγκ», τα χαρακτήρισε ένας από αυτούς», ανέφερε στο άρθρο του ο δημοσιογράφος του National Geographic. «Από ορισμένους εργάτες έλειπαν τα δάχτυλα, κάποιος άλλος ήταν τυφλός από το ένα του μάτι».

Ο Γκουίν γνώρισε εκεί μια οικογένεια, της οποίας και οι τέσσερις γιοι δούλευαν στο Τσινταγκόνγκ. Ο μεγαλύτερος, 40 ετών, πέρασε δύο εβδομάδες ως βοηθός του ανθρώπου που έκοβε με ένα μηχάνημα τα πλοία, πριν γίνει μάρτυρας του φρικτού θανάτου που βρήκε ένας συνάδελφός του ο οποίος κάηκε ζωντανός όταν προκλήθηκε φωτιά από τον αναπτήρα που είχε στην τσέπη του.

Ο ίδιος άνθρωπος του εξομολογήθηκε ότι το αφεντικό του συχνά τρομοκρατούσε τους εργαζομένους με σκοπό να αποσιωπούν όσα έβλεπαν.

Σύγχρονοι είλωτες που παίζουν καθημερινά τη ζωή τους κορόνα-γράμματα

Το 2017 έκαναν ρεπορτάζ στο μαρτυρικό τόπο και απεσταλμένοι του Guardian, αναδεικνύοντας μια από τις εκατοντάδες τραγικές ιστορίες που έχουν να διηγούνται οι ντόπιοι.

Ο Μοχάμεντ Έντρις ήταν από παιδί 14 χρόνων υπάλληλος στο ναυπηγείο. Το 2015 σταμάτησε, σε ηλικία 38 ετών, όταν ένα εργατικό ατύχημα τον άφησε σακάτη. Δούλευε μαζί με 100 συναδέλφους του σε ένα container 19.600 τόνων, με αρμοδιότητα να διαμελίσει την προπέλα, βάρους 40 τόνων, με ένα φλόγιστρο αερίου.

Όταν διαπίστωσε ότι κάτω από την προπέλα είχε τοποθετηθεί μια μεγάλη μεταλλική πλατφόρμα για να την εμποδίζει να βρει στον πυθμένα, ειδοποίησε τους υπεύθυνους ότι η δουλειά δεν μπορούσε να γίνει, υπό τον κίνδυνο πρόσκρουσης και αναπήδησης της προπέλας όταν θα τεμαχιζόταν.

Εκείνοι επέμειναν να προχωρήσει και η εξέλιξη ήταν αυτή ακριβώς που είχε προβλέψει. Όταν ένα τμήμα της προπέλας αποκολλήθηκε χτύπησε στην πλατφόρμα και τινάχτηκε πίσω. Έκοψε το αριστερό πόδι του κάτω από το γόνατο, τον τύφλωσε από το ένα μάτι και λίγο έλειψε να του προκαλέσει συντριπτικό κάταγμα στη σπονδυλική στήλη.

Αποζημίωση ίση με το μηνιάτικο ενός κατώτατου στελέχους της

Το ναυπηγείο πλήρωσε για τη νοσοκομειακή περίθαλψή του, τού έδωσε αποζημίωση 125.000 τάκα Μπαγκλαντές, ήτοι 1300 ευρώ και επιπλέον 4,8 ευρώ την εβδομάδα για εννέα μήνες. Τρία χρόνια αργότερα ο Έντρις έχει λάμες στο κορμί του, περπατάει με πατερίτσες και δεν έχει σχεδόν καμία πιθανότητα να δουλέψει ξανά.

Η εφταμελής οικογένεια του βασίζεται σε δωρεές συγγενών και φίλων για να βιοποριστεί. Η βρετανική εταιρία «Zodiac» είχε προσφέρει αποζημίωση ζωής αντίστοιχη με το μηνιάτικο ενός κατώτατου στελέχους της σε έναν υπάλληλο που έμεινε ανάπηρος στην άλλη άκρη της Γης…

Τα ρεπορτάζ μεγάλων μιντιακών μέσων, που έβγαλαν από το σκοτάδι της αφάνειας το παγκόσμιο λίκνο της εργασιακής εξαθλίωσης, ίσως οδηγήσουν σε κάποια απτά αποτελέσματα τα επόμενα χρόνια.

Περιβαλλοντολλόγοι και ανθρωπιστικές οργανώσεις εκφράζουν πλέον την ανάγκη δημιουργίας ενός νομικού πλαισίου, που θα αποδίδει ευθύνες σε περιπτώσεις τραυματισμών και θανάτων, παρέχοντας με αλυσιδωτό τρόπο συνθήκες ασφαλείας και στοιχειώδη προστασία στους εργαζομένους.

 

Είναι αμφίβολο αν θα συμβεί. Αλλά ακόμα και αν συμβεί, αυτός ο μισός αιώνας «υποδούλωσης» του αδύναμου από τον ισχυρό, εν καιρώ ειρήνης, δεν μπορεί να παραγραφεί από τις συνειδήσεις των «αθλίων» του Τσιταγκόνγκ.

Ούτε από την καμπούρα του ανθρώπινου είδους, που αφού ξεμπέρδεψε με τις πολεμοχαρείς ιδεολογίες, το Απαρτχάιντ, την Κου-Κλουξ-Κλαν και τους περισσότερους δικτάτορες του πλανήτη, εφευρίσκει διαρκώς νέους τρόπους για να ντροπιαστεί.

Φωτογραφίες: National Geographic