«Και τα καλά σου φόραγες σαν να ‘τανε γιορτή»: Σε ποιον αφιέρωσαν τον εμβληματικό «Φάνη» οι αδελφοί Κατσιμίχα
Βρείτε μας στο

Στα μέσα του της δεκαετίας του ’80 ένα δίδυμο έρχεται να φέρει νέο αέρα στην ελληνική μουσική πραγματικότητα στην οποία εκείνα τα χρόνια βασίλευε η… χαλαρότητα του λεγόμενου ελαφρολαϊκού. Ήταν οι αδελφοί Κατσιμίχα οι οποίοι επανέφεραν στο «τραπέζι» τον στίχο του κοινωνικού προβληματισμού, με κομμάτια όπως ο εμβληματικός «Φάνης» – το βασανισμένο από τις ουσίες και την αδιαφορία παιδί της διπλανής πόρτας.

Οι… Κατσιμιχαίοι, όπως τους αποκαλούμε εδώ και 40 χρόνια, είχαν ένα μοναδικό χάρισμα που τους έκανε να διαφοροποιούνται από άλλα συγκροτήματα της εποχής. Αποτελούσαν μια ήρεμη δύναμη, με στίχους και μουσικές οι οποίες εξέφραζαν σε μεγάλο βαθμό την προσωπική εσωτερικότητά τους, χωρίς όμως αυτό να τους εμποδίζει να θίγουν τα κακώς κείμενα μιας κοινωνίας καθόλου ανεκτικής που παρέμενε βαθιά συντηρητική παρά την «αλλαγή».

«Και τα καλά σου φόραγες σαν να ‘τανε γιορτή»: Σε ποιον αφιέρωσαν τον εμβληματικό «Φάνη» οι αδελφοί Κατσιμίχα

Ωστόσο εκείνη η Ελλάδα δεν ήταν ακόμη σε θέση να αγκαλιάσει την δική τους μουσική πρόταση. Ζούσε ακόμη στην παραζάλη του μετασχηματισμού της και προτιμούσε πιο… ελαφρά ακούσματα, την ίδια ώρα που οι αμιγώς ροκ μπάντες κινούνταν ακόμη στο περιθώριο, λίγο πριν οι Τρύπες αλλάξουν εντελώς το σκηνικό.

Έτσι, αν και οι αδελφοί Κατσιμίχα κέρδισαν την εκτίμηση του Μάνου Χατζιδάκι ο οποίος τους βράβευσε στους Μουσικούς Αγώνες που είχε διοργανώσει στην Κέρκυρα το 1982, δεν μπορούσαν να κάνουν το ίδιο και με τις δισκογραφικές εταιρείες που συνέχισαν να τους απορρίπτουν μέχρι το 1985.

Τότε ο Μανώλης Ρασούλης ανέλαβε την παραγωγή του πρώτου δίσκου τους ο οποίος κυκλοφόρησε το 1985, με κομμάτια πολλά εκ των οποίων είχαν γραφτεί πολλά χρόνια νωρίτερα. Μάλιστα σε αυτό το άλμπουμ συμπεριλαμβάνεται το «Μια βραδιά στο λούκι» με το οποίο είχαν κερδίσει στον διαγωνισμό τρία χρόνια νωρίτερα, ενώ το πρώτο τραγούδι που αγαπήθηκε από τα ραδιόφωνα ήταν το πιο «εύκολο» (από την άποψη ότι μιλάει για το θέμα του έρωτα) «Ρίτα-Ριτάκι». Ωστόσο στον συγκεκριμένο δίσκο υπήρχαν διαμάντια που πολύ γρήγορα βγήκαν στην επιφάνεια και τους οδήγησαν στην καταξίωση.

Αναμφίβολα μια ιδιαίτερη περίπτωση ήταν ο «Φάνης». Ένα κομμάτι που ήρθε για να μείνει και ακόμη και σήμερα αποτελεί σημείο αναφοράς, όχι μόνο στην καριέρα τους, αλλά και στην ίδια την κοινωνία την οποία περιγράφουν οι γεμάτοι ενέργεια στίχοι σε συνδυασμό με τον ιδιαίτερο ήχο των αφών Κατσιμίχα. Μια ιστορία της διπλανής πόρτας για έναν άνθρωπο από εκείνους που ο κόσμος επιλέγει να μην «βλέπει» και να προσποιείται ότι δεν υπάρχουν.

Ο «Φάνης» σήμερα –κατά τους όρους της πολιτικής ορθότητας- θα αποκαλείτο «τοξικοεξαρτημένο άτομο», αλλά τότε ήταν απλά ο «πρεζάκιας», το «τζάνκι», ο άνθρωπος που κουβαλά το στίγμα της χρήσης αλλά και της φυλακής, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η κοινωνική επανένταξή του. Με αυτό το κομμάτι ο Χάρης και ο Πάνος καταγγέλλουν –δίχως να καταφεύγουν στις κραυγές- έναν κόσμο που μόνο στην θεωρία δίνει δεύτερες ευκαιρίες, ενώ στην πράξη απλά αδιαφορεί και αποφεύγει ακόμη και την παραμικρή επαφή με τον κάθε «Φάνη», από την παράλογη φοβία ότι θα… κολλήσουν την «αρρώστια» του.

Σχετικά με την πραγματική ταυτότητα του «Φάνη» αναπτύχθηκαν διάφοροι αστικοί μύθοι στο πέρασμα του χρόνου. Ωστόσο ένα hint το είχαν δώσει ήδη από το 1985 οι ίδιοι οι δημιουργοί του τραγουδιού. Στον δίσκο «Ζεστά Ποτά» μέσα στο booklet υπάρχει ιδιαίτερη αναφορά στο κομμάτι το οποίοι οι αδελφοί Κατσιμίχα τονίζουν ότι το αφιερώνουν σε εκείνο τον άνθρωπο που τους είχε μεταφέρει την ιστορία, ο οποίος ήταν ο Μάνος Ξυδούς, το αδικοχαμένο μέλος –και για πολλούς η ψυχή – των Πυξ Λαξ.