Τι παραγγέλναμε τότε στον τελικό και τι τώρα: Η ελληνική ντροπή της Eurovision

Αντί να τρακάρουν τα delivery κάτω από την πολυκατοικία όπως παλιά, να τη βγάζεις με… sashimi tuna που λέει και ο Akylas!

Αν είσαι από 40 και πάνω την ημέρα που έχει Eurovision την αντιμετωπίζεις όπως τη μέρα των γενεθλίων σου: Χαίρεσαι, είναι μια εορταστική περίσταση, μια ευκαιρία να περάσεις καλά με τους φίλους και τους δικούς σου ανθρώπους, αλλά ταυτόχρονα έχεις και μια μελαγχολία. Όχι μόνο επειδή μεγαλώνεις, αλλά επειδή νιώθεις ότι κι αυτό (όπως μια σειρά άλλων πραγμάτων) δεν τα χαίρεσαι και δεν τα απολαμβάνεις όπως παλιά.

Πώς θεωρείς αδιανόητο πια να πας σε ένα κλαμπ με τέρμα δυνατή μουσική, να είσαι στριμωγμένος σαν σαρδέλα και να τα πίνεις μέχρι το πρωί (ενώ κάποτε σου φαινόταν το πιο απλό και το πιο διασκεδαστικό πράγμα στον κόσμο); Ε, κάπως έτσι είναι και η φάση Eurovision στο μυαλό πολλών boomers του 2026. Και ένας βασικός λόγος που γκρινιάζουν σαν μπαρμπάδες ή ταξιτζήδες δεν είναι μόνο το τραγουδιστικό κομμάτι.

Ότι δεν στέλνουμε έπη σαν το S.A.G.A.P.O.,  ότι δεν μοστράρουμε Sakis, ότι πλέον δεν ισχύουν τίτλοι όπως το ιστορικό «Η Ελλάδα παπαρίζει» της Ελευθεροτυπίας την επόμενη της μεγάλης νίκης του 2004. Είναι η παρακμή και σε ένα άμεσα συνδεδεμένο τομέα της μυσταγωγίας η οποία συνόδευε κάθε βραδιά τελικού Eurovision:

Το φαΐ!

Κάποτε το μασαμπούκι ειδικά εκείνης της ημέρας ήταν ιεροτελεστία. Ξεκινούσε από το απόγευμα. Πατατάκια, γαριδάκια και λοιπά ψιψόνια για ζέσταμα. Τριφτουλίδια από δρακουλίνια και πακοτίνια να έχουν κολλήσει στο δόντι από τις 18.30.

Αυτοσχέδιες πίτσες απ’ αυτές που τις φορτώναμε αλλαντικά ή μπορούσες να βρεις πάνω τους από chicken nuggets μέχρι στιφάδο. Πίτσες από συνοικιακό κατάστημα, με την παραγγελία να έχει γίνει… από την προηγούμενη μέρα «για να έχουν φτάσει όταν ξεκινήσει» και τον ντελιβερά να μη φαίνεται πίσω από τα κουτιά, που ήταν τόσα πολλά ώστε να παίξεις τζένγκα.

 

Για τους πιο παραδοσιακούς, από την άλλη, σουβλάκια: Καλαμάκια, διπλόπιτα, κοντοσούβλια και σκεπαστές με ρυθμό Τσικνοπέμπτης. Όλα τους σε νάιλον σακούλες δεμένες με ναυτικούς κόμπους, που άνοιγαν δυσκολότερα και από θησαυροφυλάκιο και έσπαγαν τη μύτη ολόκληρης της πολυκατοικίας.

Και βέβαια μπύρες. Αμέτρητες μπύρες… Κασόνια ή εξάδες που χρειαζόταν κλαρκ για να τις μεταφέρεις ή φτηνές μπύρες του σούπερ μάρκετ με κάποιο απίθανο γερμανικό όνομα το οποίο υπήρχε κίνδυνος να στραμπουλήξεις τη γλώσσα σου αν επιχειρούσες να το προφέρεις.

Μόνο με αυτές τις προϋποθέσεις ξεκινούσε το τελετουργικό. Οι live ατάκες ενώ ήμασταν μπουκωμένοι και ο φουλ σχολιασμός στα social media: Εκεί όπου θεωρούσαμε σχεδόν υποχρέωση να πούμε τη γνώμη μας για ΚΑΘΕΜΙΑ συμμετοχή ξεχωριστά και να κρίνουμε σαν δικαστές τα πάντα: Τη φωνή, την εμφάνιση, τα ρούχα, τη σκηνική παρουσία και φυσικά τα «μαγειρέματα» της ψηφοφορίας.

Και τώρα; Τι γίνεται τώρα (που έλεγε και στην ιστορική εισαγωγή του ο αείμνηστος Βασίλης Καρράς); Τώρα ακόμα και αυτή η βραδιά που υποτίθεται ότι είναι ξεσάλωμα και αφορμή να ικανοποιήσεις τα ζωώδη ένστικτα σου στο φαΐ υπόκειται σε περιορισμούς. Εντάσσεται στη νέα healthy/wellness κουλτούρα.

Ακούς παραγγελίες για σαλάτες με κινόα. Βλέπεις στο τραπέζι μπροστά από την τηλεόραση να πηγαινοέρχονται πουτίγκες high protein. Θλίβεσαι με τη μιζέρια μελών της παρέας που τη βγάζουν με granola ή overnight oats και (αντί για μπύρες) βρέχουν την καταπιόνα τους με… τσάι μάτσα. Κουνάς με μελαγχολία το κεφάλι μονολογώντας (ενώ μασουλάς σπόρους τσία) «που είναι η παλιά καλή Eurovision»