Πελόμα Μποκιού: Η ιστορία του επικού «Γαρύφαλλου» δεν είναι αυτή που νομίζεις
Μουσική

Πελόμα Μποκιού: Η ιστορία του επικού «Γαρύφαλλου» δεν είναι αυτή που νομίζεις

Η αλήθεια είναι πως Γαρύφαλος υπήρξε. Ήταν, όμως, πολύ διαφορετικός από εκείνον που περιγράφουν οι στίχοι του

Βρείτε έναν άνθρωπο που να μην είναι πραγματικός… μύστης του ελληνικού ροκ και ρωτήστε τον για τον θρυλικό Γαρύφαλλο. Το κομμάτι που χάρισε στους Πελόμα Μποκιού μια θέση στην μουσική ιστορία του τόπου. Είναι σχεδόν βέβαιο πως θα σας απαντήσουν πως όχι μόνο το ερμηνεύει ο Βλάσης Μπονάτσος (το Μπο) στο όνομα του συγκροτήματος, αλλά πως το έγραψε κιόλας. Κι όμως, η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική, χωρίς αυτό να αλλάζει πολλά στον τρόπο με τον οποίο το συγκεκριμένο τραγούδι αντιμετωπίζεται ως ύμνος από το κοινό.

Όσο για τους πραγματικούς πρωταγωνιστές πίσω από την «βιτρίνα»; Αυτή είναι η ιστορία τους.

Ο Γαρύφαλλος

Όπως είναι φυσικό, ο Γαρύφαλλος, που κυκλοφόρησε στις αρχές της δεκαετίας του ’70, δεν χάρισε μόνο φήμη και δόξα στους δημιουργούς του, αλλά περιβλήθηκε και από έναν μανδύα μυστηρίου σχετικά με το αν ο ήρωας του τραγουδιού ήταν υπαρκτό πρόσωπο ή όχι. Πολλοί αμφισβήτησαν την ύπαρξή του. Η αλήθεια είναι, όμως, πως Γαρύφαλος υπήρξε. Ήταν, όμως, πολύ διαφορετικός από εκείνον που περιγράφουν οι στίχοι του.

Στην πραγματικότητα ήταν ένας ηλικιωμένος 80άρης που ζούσε στο Κολωνάκι! Καμία σχέση με τον μυστηριώδη τύπο που φωτογραφίζουν οι μελαγχολικοί στίχοι του κομματιού. Ένας καλοστεκούμενος τύπος που μοίραζε καραμέλες, πάντα καλοντυμένος και χαμογελαστός. Πώς λοιπόν μπόρεσε ένα συμπαθητικό γεροντάκι να μετατραπεί σε απόλυτη έμπνευση για τον δημιουργό, οδηγώντας τον μάλιστα σε μια τέτοια αλλαγή προσωπικότητας; Ήταν τυχαίο… Και οφείλεται σε ένα πολύ απλό γεγονός. Το όνομα ήταν τετρασύλλαβο και απλά ταίριαζε στο μέτρο…

Πελόμα Μποκιού: Η ιστορία του επικού «Γαρύφαλλου» δεν είναι αυτή που νομίζεις

Ένα… φλας του Γιάννη Κιουρτσόγλου

Ο Γαρύφαλλος γράφτηκε πριν υπάρξουν (καν ως ιδέα) οι Πελόμα Μποκιού.  Όλα –ακόμα- βρίσκονταν στο μυαλό του Γιάννη Κιουρτσόγλου. Του «Κιου» του ονόματος του συγκροτήματος. Όντας από τους πρώτους με… ένσημα στο ροκ, τα δύσκολα χρόνια της Χούντας, όπου το συγκεκριμένο είδος δεν ήταν ιδιαίτερα… δημοφιλές, αναζητούσε ένα δίαυλο με τις δισκογραφικές. Πάνω που θεώρησε ότι οι απόπειρές του έπεφταν στο κενό, ήρθε η Lyra. Πάνω στη συζήτηση με στελέχη της εταιρείας, ρωτήθηκε για το αν έχει έτοιμο υλικό να τους παρουσιάσει. Αντιλαμβανόμενος την τεράστια ευκαιρία που του εμφανιζόταν, απάντησε θετικά. Υπήρχε, όμως, ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα. Δεν είχε γράψει τίποτα τελευταία και οι άνθρωποι της Lyra του ζήτησαν ένα ντέμο την επόμενη μέρα κιόλας!

Και κάπως έτσι, αν και αρχικά σκέφτηκε να τους πει την αλήθεια, τελικά ο Κιουρτσόγλου έγραψε στο πόδι δυο στίχους, πάνω στο τετρασύλλαβο όνομα του Κολωνακιώτη κυριούλη. Τους «έδεσε» με τους ήχους μια κιθάρας και έτοιμο το ντέμο… Αυτό ήταν. Ο Γαρύφαλλος είχε γεννηθεί, αλλά η εταιρεία δεν τον εκτίμησε.

Για μήνες είχε μπει στα αζήτητα, με τους υπεύθυνους της δισκογραφικής να μην θεωρούν ότι πρόκειται για κάτι ιδιαίτερο και να μην προτίθενται να βγάλουν τον πολυπόθητο δίσκο.

Και… Πελόμα Μποκιού

Στο διάστημα που μεσολάβησε άρχισαν να δημιουργούνται οι Πελόμα Μποκιού. Χωρίς κανένα τρομερό σχέδιο, στήθηκε μια μπάντα –σχεδόν περιορισμένου σκοπού. Για λίγες μόνο εμφανίσεις, όπως θα λέγαμε. Μια σειρά από γεγονότα οδήγησαν στη σύνθεση με την οποία τελικά έβγαλαν τον πρώτο τους δίσκο. Διαφορετικά σχεδίαζαν τα πράγματα, αλλιώς τα βρήκαν. Η αποχώρηση ενός δυνητικού μέλους οδηγούσε στην προσέγγιση κάποιου άλλου και στο τέλος οι Νίκος ΔαΠΕρης, Νίκος ΛΟγοθέτης, Τάκης ΜΑρινάκης, Βλάσης ΜΠΟνάτσος, Γιάννης ΚΙΟΥρκτσόγλου, μετατράπηκαν στους γνωστούς Πελόμα Μποκιού, δανειζόμενοι μία συλλαβή από το όνομα κάθε ιδρυτικού μέλους.,

Πελόμα Μποκιού: Η ιστορία του επικού «Γαρύφαλλου» δεν είναι αυτή που νομίζεις

Ο… ριγμένος της υπόθεσης ήταν ο Νίκος Δαπέρης, ο οποίος δεν έδωσε στην πρώτη συλλαβή αλλά την δεύτερη. Το Δαλόμα Μποκιού δεν τους φάνηκε αρκετά εύηχο, οπότε αυτή η αλλαγή θεωρήθηκε επιβεβλημένη. Ο συγκεκριμένος, κατά κάποιο τρόπο, εκτός από μπάσο ανέλαβε και μεγάλο μέρος των φωνητικών, αφού η μπάντα θεωρούσε πως ένα μέλος που απλά θα τραγουδούσε δίχως να παίζει κάποιο όργανο, θα ήταν… φύρα για το συγκρότημα. Ο καθένας θα μπορούσε να πει ένα-δυο τραγουδάκια. Αρκεί κάποιος να τους έδινε την ευκαιρία να βγάλουν δίσκο.

Το τηλεφώνημα που τα άλλαξε όλα και η πλάνη

Και εκεί που δεν το περίμενε κανείς, από το πουθενά επανήλθε η δισκογραφική εταιρεία για τον Γαρύφαλλο. Στον Κιουρτσόγλου προτάθηκε να δοθεί το κομμάτι στην Πόπη Αστεριάδου. Όταν, όμως, εκείνος αποκάλυψε πως πλέον είχε στήσει ολόκληρη μπάντα, ήρθε η αντιπρόταση. «Και γιατί να μην το ηχογραφήσουμε με το συγκρότημά σου»; Οι Πελόμα Μποκιού θα έμπαιναν –επιτέλους- στο στούντιο!

Ως βασική φωνή επιλέχθηκε ο Νίκος Δαπέρης, έχοντας την προϋπηρεσία από την εποχή των Loubogg. Κι εδώ έρχεται η δεύτερη μεγάλη πλάνη σχετικά με το κομμάτι που εκτόξευσε το συγκρότημα. Τον Γαρύφαλλο δεν τον «έντυσε» η φωνή του Βλάση Μπονάτσου, που τότε έπαιζε conga, αλλά εκείνη του Δαπέρη. Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ηχογράφηση στην οποία να τραγούδησε με τους Πελόμα Μποκιού ο Μπονάτσος, ο οποίος βέβαια λόγω χαρίσματος και χαρακτήρα ουσιαστικά επιβλήθηκε και χαράχτηκε στη συνείδηση του κόσμου ως ο βασικός frontman και ερμηνευτής του κομματιού!

Στην πραγματικότητα η φωνή του Βλάση ακούγεται –εκτός των live που ακολούθησαν- μόνο στην εκτέλεση που δοκίμασαν πολλά χρόνια αργότερα οι Goin’ Through. Όμως ήταν τέτοια η πληθωρικότητα της προσωπικότητάς του που ό,τι άγγιζε το έκανε δικό του. Μέρος του ταλέντου δεν ήταν ο χρόνος μέσα στον οποίο πρόλαβε να γίνει ο καλύτερος παίκτης conga στην Ελλάδα, μόνο και μόνο για να μπει στο συγκρότημα, αλλά και το πώς κατόρθωνε να μαγνητίζει το κοινό και να το κάνει κομμάτι της μαγείας του. Όπως, δηλαδή, συνέβη και με τον θρυλικό Γαρύφαλλο.