Ντράγκαν Σάκοτα, τι φτιάχνεις ρε μεγάλε…

Συγγνώμη για τον ενικό σε μεγάλο άνθρωπο, αλλά… σου βγαίνει αυθόρμητα!

Είναι πολύ συγκεκριμένο το μοντέλο ενός 74χρονου στην Ελλάδα. Όλοι έχουμε έναν πατέρα, έναν παππού, έναν γείτονα ή γνωστό σε αυτή την ηλικία που (πάνω-κάτω) προσεγγίζει τα πράγματα με ίδιο τρόπο:

Τα πάντα στην εποχή του ήταν καλύτερα, δεν βγαίνουν πια αθλητές/καλλιτέχνες/πολιτικοί σαν αυτούς που πρόλαβε εκείνος, «οι σημερινοί νέοι τα βρίσκετε όλα εύκολα» και «εγώ στην ηλικία σου έπιανα την πέτρα και την έστιβα».

Δεν τους κακολογούμε, τους αγαπάμε, καταλαβαίνουμε ότι είναι δύσκολο όταν μεγαλώνεις ν’ αποδεχθείς πως ο κόσμος και τα πράγματα αλλάζουν. Μα αυτό κάνει ακόμα πιο αξιοθαύμαστες τις εξαιρέσεις αυτού του κανόνα.

Ανθρώπους που δεν όχι μόνο δεν διακατέχονται από το σύνδρομο του παλαιμάχου, αλλά προχωρούν μαζί με την εποχή τους. Όχι μόνο δεν αμφισβητούν την πρόοδο, αλλά γίνονται κομμάτι της. Όχι μόνο δεν επαναπαύονται στα κεκτημένα, αλλά παραμένουν μάχιμοι και διψασμένοι.

Τύπους σαν τον μεγάλο (και όχι μόνο ηλικιακά) Ντράγκαν Σάκοτα!

Ο «Σάλε» μετράει 54 χρόνια στα παρκέ. Πάνω από μισό αιώνα ως παίκτης και προπονητής. Έχει πανηγυρίσει τίτλους, έχει σηκώσει κούπες, έχει αναγνωριστεί ως τεράστια φυσιογνωμία του μπάσκετ, τόσο στη χώρα του, όσο και στην Ελλάδα.

Αντί να αράζει όμως στο Βελιγράδι ή στη Γλυφάδα, αντί να διηγείται στα παιδιά και στα εγγόνια τα κατορθώματά του, αντί ν’ απολαμβάνει τις δάφνες της πλούσιας καριέρας του, παραμένει… ντούρος:

Δουλεύει σαν να μην είναι ήδη εμβληματική φυσιογνωμία για την ΑΕΚ, αλλά σαν προπονητής που πρέπει ν’ αποδείξει πράγματα. Προσαρμόζεται στην εξέλιξη του αθλήματος. Δίνει χώρο στους συνεργάτες και ελευθερίες στους παίκτες του.

Δεν είναι δογματικός και ξεροκέφαλος (όπως συχνότατα συμβαίνει με προπονητές της ηλικίας και του βεληνεκούς του), δεν ψάχνει δικαιολογίες για τις ανισότητες εν μέσω των οποίων καλείται να παρουσιάσει ανταγωνιστική την ομάδα του.

Και κάπως έτσι η ΑΕΚ του (κόντρα στις αντιξοότητες, χωρίς τα εφόδια των αντιπάλων της και με μπάτζετ για το οποίο διαφημισμένοι συνάδελφοί του από την Ευρωλίγκα μπορεί να έβαζαν τα κλάματα) είναι κοντά στο να ξαναγράψει ιστορία.

Στον τελικό λοιπόν του BCL η «Ένωση» θα κυνηγήσει το τέταρτο ευρωπαϊκό της τρόπαιο. Ανεξάρτητα όμως από το αν θα πανηγυρίσει απέναντι στη Ρίτας, αυτό που έχει καταφέρει ο Σάκοτα είναι αξιοθαύμαστο.

Με τη στήριξη του Μάκη Αγγελόπουλου (που συνεχίζει να παλεύει όχι μόνο για το παρόν, αλλά και για το μέλλον) ο «Σάλε» εμφάνισε μια ομάδα ακόμα καλύτερη από την περσινή, η οποία επίσης έφτασε στο Final Four.

Προσπέρασε αντιπάλους με μεγαλύτερο προϋπολογισμό (όπως είναι η Τόφας κι η Άλμπα). Πέταξε έξω τη διοργανώτρια Μπανταλόνα σε σειρά τριών αγώνων (και με κόντρα διαιτησία). Έστειλε αδιάβαστη την back to back κάτοχο του τροπαίου (και με υπερτριπλάσιο μπάτζετ), Μάλαγα.

Και όλα αυτά έχοντας ν’ αντιμετωπίσει στο μέσο της σεζόν την απώλεια του Κρις Σίλβα, που έφυγε για τη Φενέρμπαχτσε. Διότι ανάμεσα στα μικρά θαύματα που έχει πετύχει ο Σάκοτα είναι πως η ομάδα του όχι μόνο δεν επηρεάστηκε από την απώλεια του πολυτιμότερου παίκτη της μέχρι εκείνο το σημείο, αλλά την παρουσίασε ακόμα καλύτερη στη συνέχεια!

Ποντάροντας στον ασυγκράτητο Γκρέι (που ο ίδιος τον έκανε σημείο αναφοράς και MVP της διοργάνωσης). Στην αντικατάσταση του Χέιλ με ακόμα πιο αποδοτικό και αξιόπιστο σκόρερ, όπως ο Μπάρτλεϊ. Στην ένεση ποιότητας και κλάσης που προσέφερε η προσθήκη του Νάναλι.

Στην υπομονή μέχρι ο Λεκαβίτσιους να δώσει τις λύσεις που εγγυούνταν οι παραστάσεις του από το υψηλότερο επίπεδο. Στην ανάδειξη του εντυπωσιακού Μπράουν και στην αξιοποίηση «μπαρουτοκαπνισμένων» Ελλήνων, όπως ο Κατσίβελης, ο Φλιώνης και ο Χαραλαμπόπουλος.

Έχοντας δέσει ιδανικά λοιπόν αυτό το ρόστερ, έχοντας δημιουργήσει εντυπωσιακή ισορροπία ανάμεσα σε άμυνα και σε επίθεση, μα κυρίως έχοντας φτιάξει μέταλλο και χαρακτήρα νικητή, έφτασε να διεκδικεί μια ακόμη κούπα.

Και είτε αυτή κατακτηθεί, είτε όχι, ο Σάκοτα έχει κερδίσει ήδη κάτι σημαντικό: Την περηφάνια των ΑΕΚτζήδων γι’ αυτή την ομάδα και το αυθόρμητο συμπέρασμα φίλων και αντιπάλων «τι φτιάχνεις, ρε μεγάλε…»