Ανέβηκε στις εξέδρες του «Palau Blaugrana» για να γίνει ένα με τους οπαδούς της Βαλένθια και τραγουδώντας μαζί τους να πανηγυρίσει την κατάκτηση του πρωταθλήματος. Μετά και τη νέα παράσταση του στη σειρά τελικών με την Μπαρτσελόνα, ο Ζαν Μοντέρο το γλέντησε με την ψυχή του σιγοντάροντας τα συνθήματα των «πορτοκαλί» φιλάθλων, ωστόσο έμεινε αμήχανα σιωπηλός όταν το κοινό άρχισε να τραγουδά εν χορώ «Μοντέρο, μείνε μαζί μας».
Και πώς να… παίξει με τον πόνο τους; Τι διάολο να υποκριθεί; Με αυτόν ηγέτη η Βαλένθια πραγματοποίησε την κορυφαία σεζόν της 40χρονης ιστορίας της και στο τέλος μένει μια γλυκόπικρη γεύση για το βραχύβιο του πράγματος και την «κλοπή» από Πειραιά μερά. Φανταστείτε τη μία χρονιά να συμφωνείς με έναν παίκτη για νέο τριετές συμβόλαιο συνεργασίας και την επόμενη να τον χάνεις διότι δεν προνόησες να θέσεις σε ανέγγιχτα επίπεδα το buy out. Τα 600.000 ευρώ ήταν ελάχιστα για την ποιότητα του παίκτη και για τον Ολυμπιακό κι έτσι η Βαλένθια χάρηκε μόνο για δύο χρόνια έναν πλέι-μέικερ που αν είναι υγιής το πεπρωμένο του είναι συνυφασμένο de facto με το NBA.
Άλλωστε ήταν ένα παιχνίδι ανάμεσα στους Λος Άντζελες Λέικερς και τους Μπόστον Σέλτικς, στη σειρά τελικών του 2010, που έκανε τον 7χρονο τότε Ζαν να θαμπωθεί με το μπάσκετ και να τραβήξει το δικό του μοναχικό δρόμο με τη σπυριάρα αγκαλιά, καθώς στη Δομινικανή Δημοκρατία το μπέιζ-μπολ είναι κάτι σαν θρησκεία και όλα τα παιδιά αναζητούν από μικρά ένα γάντι και ένα ρόπαλο.
Ο Μοντέρο έμεινε κολλημένος να παρακολουθεί το παιχνίδι για 45 λεπτά έξω από τη βιτρίνα ενός καταστήματος ηλεκτρονικών και όταν το ματς τελείωσε, ήξερε ακριβώς τι ήθελε να κάνει στη ζωή του. «Μετά από αυτό ξεκίνησα να λέω στους φίλους μου και στον ξάδερφο μου ότι έπρεπε να βλέπουν αγώνες των Λέικερς και εγώ και άρχισα να γυρίζω και να λέω στον κόσμο ότι «”είμαι ο Κόμπι Μπράιαντ”…»
Το πρώτο μέτρο ήταν να πάρει μια ρόδα ποδηλάτου, να βγάλει τις ακτίνες και να τη μετατρέψει σε καλάθι, δημιουργώντας το δικό του, αυτοσχέδιο γηπεδάκι μπάσκετ. Εκεί, στη συνοικία Βίλα Χουάνα της πρωτεύουσας Σάντο Ντομίγκο, ξεκίνησε η αθλητική ιστορία του παίκτη που καταφτάνει σε ηλικία 23 ετών στον πρωταθλητή Ευρώπης Ολυμπιακό, για να αναλάβει ηγετικό ρόλο στην περιφερειακή γραμμή.
Το μικρό γήπεδο στη Βίλα Χουάνα έγινε το λίκνο κατεργασίας του έμφυτου ταλέντου του και τελικά το εφαλτήριο για την μετακόμιση στην Ισπανία σε ηλικία μόλις 16 ετών (2019). Είχε προλάβει να οργιάσει με την Εθνική Ομάδα της χώρας του στο Παναμερικανικό πρωτάθλημα Κ-16 του 2019, έχοντας μέσους όρους 30,3 πόντους, 9,5 ριμπάουντ και 3,2 ασίστ. Στο μικρό τελικό σκόραρε 49 πόντους απέναντι στην Αργεντινή, οδηγώντας στο χάλκινο την junior ομάδα μιας χώρας 2,5 εκατ. κατοίκων.
Στην Ισπανία έπαιξε πρώτα στην Γκραν Κανάρια και μετά στις Μπέτις, Ανδόρρα, προσθέτοντας κάθε χρονιά και νέα στοιχεία στο παιχνίδι του. Αναδείχτηκε και με τις δύο Καλύτερος Νέος Παίκτης της Λίγκας και το καλοκαίρι του 2024 η Βαλένθια πλήρωσε το buy out του, κάνοντας τον δικό της.
Ο Ολυμπιακός κινήθηκε γρήγορα και τράβηξε λαχείο, καθώς πρόλαβε να συμφωνήσει μαζί του προτού το hype του Μοντέρο φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη (και… μπάτζετ), με όσα παλαβά έκανε στη σειρά της Euroleague με τον Παναθηναϊκό και σε αυτήν με την Μπαρτσελόνα στους τελικούς της ACB. Όταν η μπάλα έγινε πιο βαριά ο βιρτουόζος πλέι-μέικερ, με την ασύλληπτη ντρίμπλα και την παροιμιώδη ταχύτητα, σεληνιάστηκε.
Στα τέσσερα ματς με τον Παναθηναϊκό είχε 18,6 πόντους, 5,8 ασίστ και 4,2 ριμπάουντ, με 73% στα δίποντα και 42,3% στα τρίποντα. Τα αντίστοιχα νούμερά του κόντρα στους «μπλαουγκράνα» ήταν 23,8 / 5.5 και 4.5, με 43,5% στα τρίποντα και 25/26 ελεύθερες βολές! Κάθε αμυντική στρατηγική και πλάνο που επιστράτευσε στη σειρά ο Τσάβι Πασκουάλ έγινε σκόνη και θρύψαλα από τον «εγκέφαλο» της Βαλένθια.
Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι ένας παίκτης σκάρτα 23 ετών μοιάζει να ξέρει ακριβώς πότε πρέπει να αυξομειώσει το ρυθμό, να πάρει το σουτ, να εκμεταλλευτεί τον συμπαίκτη του ή να πάει στο drive. Ένας παίκτης που είναι εξαιρετικός πασέρ και με σπάνιο επιθετικό ρεπερτόριο, το οποίο διακρίνει η δεινότητα στο ένας εναντίον ενός και η ψυχραιμία σε κάθε γήπεδο και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Αν θέλει κάποιος να του βρει μειονέκτημα θα κατέφευγε στο ελαφρύ σκαρί του σε καταστάσεις άμυνας, στην πραγματικότητα όμως ούτε εκεί μειονεκτεί. Βγάζει πολύ μεγάλη διάθεση στην άμυνα και χάρη στην ελαστικότητα και τα ταχύτατα πόδια του είναι κακός μπελάς για τον αντίπαλο επιθετικό, αναδεικνυόμενος και σε σεσημασμένο «κλέφτη». Χώρια τα ριμπάουντ, στα οποία είναι expert.
Ο Ολυμπιακός ενέταξε στο ρόστερ έναν από τους κορυφαίους παίκτες της Euroleague, έναν ακραία ταλαντούχο floor manager που δεν είχε από τις καλές ημέρες του Βασίλη Σπανούλη κι έπειτα. Με την μπαγκέτα του μαέστρου να περνάει στα χέρια του και τους Φουρνιέ, Βεζένκοφ, Ντόρσεϊ, ΜακΙντάιρ να του προσφέρουν πεδίο δόξης λαμπρό για να εκτινάξει τη δημιουργική του ικανότητα, το μόνο στενάχωρο σε αυτή την ιστορία είναι ότι λογικά (και) οι οπαδοί του θα τραγουδούν σε λίγα χρόνια εις μάτην… «Μοντέρο, μείνε μαζί μας»!