Δεν χρειαζόμαστε πόλεμο, αλλά συμμάχους

Τα ενεργειακά κοιτάσματα της Μεσογείου αποτελούν «εγγύηση» έντασης στην περιοχή στον επόμενο διάστημα. Μια κατάσταση που αναμένεται να περάσει από διάφορα στάδια και να δώσει αφορμές για επεισόδια πάσης φύσεως στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Βέβαια, λίγες ώρες έχουν περάσει μόνο από την δήλωση του Ταγίπ Ερντογάν με την οποία τόνισε την ανάγκη να πέσουν οι τόνοι. Την ίδια ώρα, φυσικά, που ο ίδιος, οι υπουργού και οι επιτελάρχες του πράττουν ακριβώς το αντίθετο.

Σε τέτοιες αντιφάσεις, όμως, κινείται πάντα η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας που έχει μάθει, ανεξάρτητα από το ποιος βρίσκεται επικεφαλής της, να είναι εκείνη που καθορίζει τον ρυθμό και την ατζέντα, υποχρεώνοντας τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους «παίκτες» να τηρούν στάση αναμονής και να… σέρνονται πίσω από τις εξελίξεις.

Κάθε φορά που συμβαίνει κάποιο «επεισόδιο», ξεκινώντας από τις παραβιάσεις στο Αιγαίο και φτάνοντας μέχρι την εγκατάσταση πυραυλικών συστημάτων, τις προσφυγικές ροές ή τον ορισμό ΑΟΖ, πληθαίνουν και οι εντός Ελλάδας φωνές για πιο δυναμικές απαντήσεις.

Καθόλου τυχαία, σήμερα το τουρκικό κοινοβούλιο αναμένεται να επικυρώσει την σχετική «ύπουλη» συμφωνία με την Λιβύη, η οποία επιτεύχθηκε κάτω από σκιώδεις διαδικασίες και προκάλεσε διπλωματικό επεισόδιο στις σχέσεις της Ελλάδας με την αφρικανική χώρα.

Όσο και να μην θέλουμε να το παραδεχτούμε, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η Άγκυρα δείχνει και σε εμάς τον δρόμο που οφείλουμε να ακολουθήσουμε. Εκείνο των συμμαχιών στη βάση του ρεαλισμού. Χωρίς αγκυλώσεις και συναισθηματισμούς. Έχοντας, δηλαδή, την επίγνωση πως οι συμμαχίες δεν προκύπτουν από την κοινή πίστη (για να θυμηθούμε το… ξανθό γένος, τις προφητείες και το τι συμβαίνει τελικά με την λυκοφιλία Ερντογάν-Πούτιν), αλλά από τα κοινά συμφέροντα.

Ο πολιτικός ρεαλισμός υποδεικνύει ότι στην στρατιωτική ρητορική της Τουρκίας δεν μπορείς να απαντήσεις με τον ίδιο τρόπο. Κι αυτό επειδή εσύ –ως κράτος- δεν διαθέτεις ούτε το μέγεθος ούτε την ισχύ ούτε την διάθεση για να κάνεις κάτι τέτοιο. Οι συγκρίσεις σε όλα τα παραπάνω δίνουν ένα συντριπτικό πλεονέκτημα στην Άγκυρα, που το διαθέτει έτσι κι αλλιώς λόγω στάσης και νοοτροπίας, όπως φάνηκε τελευταία και με αφορμή το Κουρδικό ζήτημα.

Αυτό που μένει στην Ελλάδα, είναι όσο συνεχίζονται οι επαφές για τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, να προχωρήσει όσο μπορεί σε διπλωματικό επίπεδο τις συζητήσεις με τα κράτη της περιοχής με τα οποία υπάρχει κοινός τόπος και προαίρεση συνεννόησης.

Κατά πάσα πιθανότητα την Τρίτη θα πραγματοποιηθεί η συνεδρίαση του Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής, ενώ πιθανό είναι το ενδεχόμενο να υπάρξει και αντίστοιχη συνάντηση των αρχηγών των κομμάτων, στο οποίο θα έπρεπε να είναι δεδομένο πως το συγκεκριμένο ζήτημα δεν θα πρέπει να προσεγγιστεί  με διάθεση αντιπολίτευσης. Να γίνει επιτέλους κατανοητό από όλους ότι δεν προσφέρεται για κάτι τέτοιο και να συνειδητοποιήσουν άπαντες ότι στο Αιγαίο (και τα κοιτάσματά του) οφείλουμε να έχουμε ως κράτος μία και μόνη φωνή.

Όσο για το τι θα λέει αυτή η φωνή, τα πράγματα κι εδώ είναι μετρημένα και συγκεκριμένα. Ο άξονας Αθήνα-Λευκωσία-Τελ Αβίβ. Για διαφορετικούς λόγους, Κύπρος και Ισραήλ παραμένουν οι μεγαλύτεροι σύμμαχοι στο θέμα της ΑΟΖ, και της διαχείρισης των οικοπέδων της Μεσογείου με τα ενεργειακά αποθέματα. Ήδη η Κύπρος είναι απόλυτα έτοιμη να προσφύγει στη Χάγη κατά της Τουρκίας, αποφασίζοντας ότι έφτασε η ώρα της δράσης και αφήνοντας τα λόγια και την θεωρία στην άκρη.

Την ίδια ώρα το Ισραήλ, έχοντας αντιληφθεί πολύ καλά πλέον την αυξημένη ισχύ και επιρροή της Άγκυρας σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο, θέλει όσο τίποτα άλλο να μπει φρένο στις τουρκικές αξιώσεις, διακρίνοντας ότι πλέον έχει έναν τεράστιο αντίπαλο και εν δυνάμει «εχθρό». Γι’ αυτό άλλωστε έσπευσε να τείνει χείρα «φιλίας» στην Ελλάδα με μια ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών, που ήταν πιο φιλική και ζεστή ακόμη και από εκείνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η δήλωση στήριξης περιελάμβανε εκφράσεις που δεν γίνεται να παρεξηγηθούν. Έγινε λόγος για «κεφαλαιώδη σημασία του Ισραήλ στις σχέσεις του με την Ελλάδα», ενώ τονίστηκε ξεκάθαρα πως η αγνόηση του διεθνούς δικαίου της θάλασσας μπορεί να υπονομεύσει τη σταθερότητα στην περιοχή. Το Τελ Αβίβ έστειλε σαφές μήνυμα στην Τουρκία, κλείνοντας ταυτόχρονα το μάτι στην Ελλάδα. Ζητώντας της, ίσως, να κάνει κι εκείνη λίγο τα στραβά μάτια (όπως και σχεδόν όλος ο κόσμος στην πραγματικότητα) σε ό,τι συμβαίνει με τους Παλαιστίνιους στη Γάζα. Υπενθυμίζοντάς της ότι μπορεί να βλέπει με όση συμπάθεια και ρομαντισμό θέλει τον αγώνα και το δράμα τους, αλλά κόντρα στην τουρκική επιθετικότητα μόνο το Ισραήλ μπορεί να βάλει.