Αφήστε με να ζήσω…
Επικαιρότητα

Αφήστε με να ζήσω…

Μεγάλο θέμα το δημογραφικό, μεγαλύτερο όμως ο λαϊκισμός

Ήταν επόμενος και αναμενόμενος ο ντόρος που δημιουργήθηκε από το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Sportime. Υπό αυτή την έννοια, οι εμπνευστές του δικαιώθηκαν απόλυτα για την επιλογή τους.

Μια «νεκρή» από αθλητικές ειδήσεις ημέρα θα χρειαζόταν ένα «πυροτέχνημα» που θα μπορούσε να προσελκύσει το αναγνωστικό κοινό και η «ημέρα του αγέννητου παιδιού» έδωσε το «πάτημα» που χρειαζόταν. Στην πορεία, βέβαια, για όποιον εκδότη ή διευθυντή ήθελε να επιλέξει άλλον δρόμο δόθηκε με τον θάνατο του Θάνου Μικρούτσικου, αλλά δεν θεωρήθηκε ως γεγονός άξιο να φιλοξενηθεί στην πρώτη σελίδα, παρά μόνο σε μια μικρή γωνίτσα, αντιστρόφως ανάλογη του καλλιτεχνικού (και όχι μόνο) μεγέθους του εκλιπόντος.

Το συγκεκριμένο πρωτοσέλιδο θα ήθελε (ίσως) να αποτελέσει ένα «καμπανάκι κινδύνου» για την υπογεννητικότητα στην Ελλάδα. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι απλά ένα γραπτό μνημείο λαϊκισμού, το οποίο με γενικεύσεις, υπεραπλουστεύσεις και ασύνδετα μεταξύ τους άλματα «λογικής» μετατρέπεται σε «δόλωμα» για όσους «τσιμπήσουν».

Ο Άδωνις Γεωργιάδης, φυσικά, ήταν ένας από αυτούς. Ένας από εκείνους που διέκριναν την ευκαιρία να συνταχθούν με τον εμπνευστή της ατάκας «αφήστε με να ζήσω», υιοθετώντας σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο συλλογισμού του.

«Χωρίς αμβλώσεις σε 4 μόνο χρόνια ο πληθυσμός της χώρας θα ήταν κατά 1 εκατομμύριο μεγαλύτερος», μας ενημερώνει η εφημερίδα, μεταξύ άλλων, στο πρωτοσέλιδο «χτύπημά» της, επιχειρώντας με «μπακαλίστικα» μαθηματικά να προσπεράσει μια σειρά από αντικειμενικές δυσκολίες που στέκονται απέναντι σε αυτόν υπεραπλουστευμένο συλλογισμό.

Μια τέτοια διατύπωση θέτει εκ προοιμίου στη βάση της πως όλες αυτές οι οικογένειες, τα ζευγάρια ή οι γυναίκες μόνο (αφού σε τελική ανάλυση εκείνες αφορά περισσότερο από όλους το ζήτημα μιας γέννησης ή μιας άμβλωσης) οδηγήθηκαν σε μια τέτοια απόφαση «ελαφρά τη καρδία» και για τους ίδιους λόγους, που μάλλον (για τους υποστηρικτές της άποψης) είναι καταδικαστέα, ανεξάρτητα από τις αιτίες που την (ή τους) οδήγησαν εκεί.

Φυσικά, ο υπουργός στην τοποθέτησή του αναγνωρίζει το δικαίωμα μιας γυναίκας στην επιλογή, ωστόσο προτάσσει το θέμα της επιβίωσης του έθνους ως σημαντικότερο και μεγαλύτερο από την επιβίωση του ατόμου, τουλάχιστον με τους όρους που εκείνο επιθυμεί να ζήσει.

Για «φιλελεύθερο» κόμμα, η Νέα Δημοκρατία έχει μάλλον αρκετά συντηρητικές απόψεις. Και σίγουρα έναν υπουργό και βουλευτή που σε αυτές (τις συντηρητικές απόψεις δηλαδή) δίνει πολύ εύκολα βήμα, παντρεύοντάς τες με την δική του επιθυμία να παραμένει δίπλα στον απλό πολίτη με τον τρόπο που ξέρει να κάνει όσο ελάχιστοι. «Χαϊδεύοντάς» του τα αυτιά και σπεύδοντας να λαϊκίσει όπου και όταν διακρίνει την ευκαιρία.

Στην Ελλάδα του 2020 το δημογραφικό είναι ένα ακανθώδες ζήτημα. Οι ρίζες του πηγαίνουν αρκετές δεκαετίες πίσω, πολύ πριν εμφανιστεί η οικονομική κρίση. Για την ακρίβεια, έγινε πολύ πιο έντονο σε περιόδους οικονομικής άνθισης. Άλλωστε τα στοιχεία σε μεγάλο βαθμό συμφωνούν πως υπογεννητικότητα εμφανίζεται κυρίως σε προηγμένες κοινωνίες και οικονομίες, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στις υπό ανάπτυξη χώρες, όπου οι κουλτούρες είναι εντελώς διαφορετικές.

Η κρίση απλά μεγέθυνε τον σκεπτικισμό του Έλληνα σχετικά με την τεκνοποιία. Γιγάντωσε τα ερωτηματικά που συνδέονται με την ανασφάλεια του να φέρεις ένα παιδί σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο δύσκολος, αδυσώπητος, στριμωγμένος. Και –φυσικά- σε μια χώρα, σε ένα κράτος που αρνείται να προβεί σε πράξεις και ενέργειες που θα μετατρέψουν το περιβάλλον και θα το κάνουν πιο φιλικό σε νέους (ή όχι) γονείς.

Ακόμη κι αν αυτά τα παιδιά είχαν γεννηθεί τελικά, το πιθανότερο είναι πως μετά από μερικά χρόνια θα έψαχναν τρόπο να φύγουν, όπως έχει συμβεί με 500.000 ανθρώπους κατά την διάρκεια των λίγων τελευταίων ετών. Πρόκειται για ανθρώπους που τους… «αφήσαμε να ζήσουν» και μετά τους «αφήσαμε να φύγουν», έτσι απλά…

Πιθανότατα οι περισσότεροι εξ ημών θα προτιμούσαν έναν κόσμο με πιο πολλά παιδικά χαμόγελα και λιγότερες αμβλώσεις. Κυρίως, όμως, μάλλον όλοι, θα ήθελαν έναν κόσμο που θα ήταν ελάχιστες οι εγκυμοσύνες που θα χαρακτηρίζονταν  «ανεπιθύμητες». Έτσι, όμως, όπως έχει δομηθεί η κοινωνία και το κράτος μας, σχεδόν κάθε εγκυμοσύνη πια αντιμετωπίζεται ως τέτοια. Είναι δουλειά της Πολιτείας να αντιστρέψει αυτό το κλίμα και αυτήν την πραγματικότητα. Και –βεβαίως- είναι επίσης δική της δουλειά το να εκπαιδεύσει τους πολίτες της σε θέματα σεξουαλικής συμπεριφοράς και μεθόδους αντισύλληψης που θα περιόριζαν την έκτρωση σε αυτό που πραγματικά θα έπρεπε να είναι. Δηλαδή μια έσχατη λύση ανάγκης και τίποτα περισσότερο.