Δεύτερη ευκαιρία ή ταφόπλακα για την μεσαία τάξη; Τι αλλάζει ο νέος πτωχευτικός κώδικας στη φούσκα των στεγαστικών

Σε ισχύ είναι πλέον ο νέος πτωχευτικός κώδικας που, όπως συμβαίνει σχεδόν με κάθε σημαντικό νομοσχέδιο που έχει κατατεθεί μετά την μεταπολίτευση, πέρασε από την Βουλή με τις ψήφους των εκπροσώπων του κυβερνώντος κόμματος και απορρίφθηκε συλλήβδην από εκείνους της αντιπολίτευσης.

Αυτό, βέβαια, δεν προκαλεί την παραμικρή έκπληξη, απλά επιβεβαιώνει το προφανές. Ότι δηλαδή κόμματα που διαχειρίστηκαν εξουσία την τελευταία δεκαετία, την διαβόητη δεκαετία των Μνημονίων, δίχως επί της ουσίας να δείξουν κάποια ουσιαστική διαφοροποίηση στις πολιτικές που ακολούθησαν, δεν είναι ικανά να συμφωνήσουν ούτε στα ουσιώδη και να βρουν έναν κοινό τόπο και μια βάση συνεννόησης σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα.

Ας μην κοροϊδευόμαστε. Το βασικό ζήτημα που αγγίζει ο νέος Πτωχευτικός Κώδικας δεν είναι άλλο από το τεράστιο ιδιωτικό χρέος, δηλαδή το χρέος των νοικοκυριών το οποίο εκτοξεύθηκε τα τελευταία χρόνια μέσω της φούσκας των στεγαστικών –κυρίως- δανείων. Και -χωρίς πολλά λόγια- αποτελεί ακόμη ένα βήμα στην προσπάθεια ρύθμισης της αγοράς υπέρ του κεφαλαίου. Άλλωστε, σχεδόν ΚΑΘΕ ΝΟΜΟΣ που έχει περάσει αυτό το διάστημα ακριβώς τον ίδιο σκοπό εξυπηρετεί. Αυτή, όμως, είναι η νέα πραγματικότητα την οποία αφού δεν μπορούμε να πείσουμε τις κυβερνήσεις του δυτικού κόσμου να αλλάξουν, οφείλουμε τουλάχιστον να ελέγξουμε το κατά πόσο μπορεί να βοηθήσει και τους πολίτες, πέραν των διαφόρων λογιών ιδιωτικών funds που έτσι κι αλλιώς βγαίνουν πάντα κερδισμένα.

Επί της ουσίας ο Πτωχευτικός Κώδικας εξισώνει για πρώτη φορά τις επιχειρήσεις με τους ιδιώτες, δίνοντας και στους τελευταίους την δυνατότητα να υπαχθούν στις διατάξεις του και να κηρύξουν πτώχευση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει ο οφειλέτης να έχει χρέη άνω των 30.000 ευρώ και να βρίσκεται σε καθυστέρηση το λιγότερο 6 μηνών το 40% των συνολικών υποχρεώσεων προς κάθε πιστωτή, συμπεριλαμβανομένων όχι μόνο των τραπεζών αλλά και των ταμείων ή του δημοσίου.

Το… τρυκ εδώ είναι ένα. Το γεγονός ότι την αίτηση πτώχευσης (την δική μου ή την δική του) μπορεί να την αιτηθεί ο φορέας ο οποίος κατέχει το 30% της συνολικής αξίας των οφειλών. Και όταν μιλάμε για χρέη των νοικοκυριών γίνεται πολύ εύκολα αντιληπτό ότι ο βασικός «παίκτης» είναι οι τράπεζες και όχι το δημόσιο. Επομένως, ουσιαστικά, εκείνες είναι που αποφασίζουν για την τύχη των οφειλετών τους.

Άλλωστε προηγούμενοι νόμοι ήταν που τους είχαν δώσει το δικαίωμα να χρησιμοποιούν ιδιωτικές εισπρακτικές εταιρείες ή δικηγορικά γραφεία που κατακλύζουν με τηλεφωνήματα και απειλές τους οφειλέτες. Και φυσικά προηγούμενοι νόμοι ήταν πους τους είχαν δώσει το δικαίωμα να παραχωρήσουν τις απαιτήσεις τους σε ξένα funds και –ακόμη χειρότερα- να μπορούν αυτά τα εκτός Ελλάδας funds να προσφεύγουν κατά των οφειλετών στην δικαιοσύνη με βάση τους νόμους της χώρας της οποίας εδρεύουν…

Το επόμενο βήμα είναι ο Πτωχευτικός Κώδικας ο οποίος προχωρά λιγάκι παραπάνω.

Για εκείνους που θα χαρακτηριστούν «ευάλωτοι» και θα υπαχθούν είτε το θέλουν οι ίδιοι είτε το επιθυμούν οι πιστωτές τους, θα είναι όσοι έχουν εισόδημα από 7.000 μέχρι 21.000 ευρώ, δηλαδή οι μικροί ή στην καλύτερη περίπτωση μικρομεσαίοι, με συνολική αξία ακίνητης περιουσίας που ανάλογα με το είδος της οικογένειας θα κυμαίνεται από 120.000 ως 180.000 ευρώ. Σε αυτές τις περιπτώσεις που θα αποτελούν και την πλειοψηφία πλέον προβλέπεται το εξής. Για εκείνον  που θα υπαχθεί στον Πτωχευτικό Κώδικα ρευστοποιείται το σύνολο της περιουσίας του, κινητής και ακίνητης, χωρίς να εξαιρείται η πολύπαθη πρώτη κατοικία που ας μην γελιόμαστε έτσι κι αλλιώς μετά την ουσιαστική κατάργηση του Νόμου Κατσέλη μόνο στην θεωρία προστατεύεται. Τώρα πια ο κάποτε ιδιοκτήτης του ακινήτου έχει το «δικαίωμα» να παραμείνει σε αυτήν, αλλά με καθεστώς ενοικιαστή, καταβάλλοντας δηλαδή αντίτιμο στην εταιρεία-πιστωτή του.

Ποιο είναι το «κατς», που λένε και οι Αγγλοσάξονες ή η «παγίδα» κατά το ελληνικότερο; Μα φυσικά το γεγονός ότι η περίοδος αυτής της ιδιότυπης μίσθωσης θα φτάνει μέχρι τα 12 χρόνια και στη συνέχεια ο πρώην –πλέον- ιδιοκτήτης θα μπορεί να διαπραγματευτεί με τον φορέα την αγορά του ίδιου ακινήτου ΧΩΡΙΣ να αφαιρούνται τα χρήματα που είχε ήδη καταβάλει και με βάση τις αντικειμενικές αξίες που θα έχουν διαμορφωθεί τότε…

Πιθανότατα, αν μιλάμε για μια «μονήρη» οικογενειακή μονάδα, δηλαδή για έναν πολίτη ανύπαντρο, δίχως παιδιά και άλλου τύπου υποχρεώσεις, ένα τέτοιο σενάριο να είναι ιδανικό. Ειδικά αν δεν διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία πλην της πρώτης κατοικίας την οποία έτσι κι αλλιώς νομοτελειακά θα έβλεπε να βγαίνει σε πλειστηριασμό λόγω της αδυναμίας του να καταβάλει εξ αρχής δόσεις στις τράπεζες. Για αυτόν όντως υπάρχει η δυνατότητα μιας δεύτερης ευκαιρίας, όπως υποστηρίζει ο νομοθέτης και μιας νέας αρχής απαλλαγμένης από τα βάρη και τις αμαρτίες ή το καθεστώς αφερεγγυότητας του παρελθόντος. Το διάστημα που θα θεωρείται κάποιος καθαρός από χρέη θα είναι ανάλογα με τα κριτήρια ένα ή τρία έτη, και σίγουρα για αυτόν ο κώδικας λειτουργεί θετικά. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, όμως, δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει κανείς ότι ο νόμος λειτουργεί σαφώς υπέρ του δυνατού, απλά μεταθέτοντας χρονικά το… μοιραίο που δεν είναι άλλο από το να χάσει μια οικογένεια την πρώτη κατοικία της.

Επειδή όμως οφείλει κανείς να εξετάζει τα πράγματα δίχως κομματικές παρωπίδες, δεν μπορεί να μην σταθεί και σε ευεργετικές διατάξεις του νέου νόμου που υπάρχουν. Όπως, για παράδειγμα, η δυνατότητα εξωδικαστικού συμβιβασμού για χρέη σε τράπεζες, δημόσιο, ταμεία ή ακόμα και funds (εσωτερικού ή εξωτερικού) που διαχειρίζονται δάνεια, με τον αριθμό των δόσεων να φτάνει για πρώτη φορά ακόμη και μέχρι τις 240, μέτρο που πραγματικά μπορεί να βοηθήσει την μεσαία τάξη, δίνοντας χρονικό ορίζοντα 20ετίας στην αποπληρωμή των οφειλών.