Πόρισμα Πισσαρίδη: Το φορολογικό μέτρο που θα επηρεάσει τη ζωή και τις τσέπες μας

«Σάρκα και οστά» παίρνουν πλέον τα πορίσματα της «Επιτροπής Σοφών» που συστάθηκε από την κυβέρνηση προκειμένου να επανέλθει η ελληνική οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης. Μετά την δημοσιοποίηση των προτάσεων της είναι σαφές ότι η επίτευξη αυτού του στόχου θα έρθει με συντονισμένες ενέργειες πάνω σε επτά άξονες και συγκεκριμένα σε ασφαλιστικό σύστημα, παιδεία, δημόσια διοίκηση, μεταφορές, κοινωνική πρόνοια, χωροταξία και -φυσικά- φορολογία.

Ο επικεφαλής της Επιτροπής, νομπελίστας οικονομολόγος Χριστόφορος Πισσαρίδης και οι συνεργάτες του, παρέδωσαν το μεγέθους 244 σελίδων πόρισμά τους, περιγράφοντας ξεκάθαρα τα βήματα που θα πρέπει να ακολουθηθούν προκειμένου να βελτιωθεί η κατάσταση στην ελληνική οικονομία, θέτοντας στο επίκεντρο της επίλυσης των δομικών προβλημάτων της το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα. Θεωρώντας δηλαδή ότι χωρίς την αύξησή του (φυσικά σε αποπληθωρισμένες τιμές) δεν θα είναι εύκολο να γίνει το απαιτούμενο βήμα προς τα μπροστά.

Επιπλέον τονίζεται ότι τα μέτρα που προτείνονται σε διάφορους άξονες δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσουν από μόνοι τους αποσπασματικά και ότι κανείς δεν μπορεί να περιμένει θεαματικά –προς το καλύτερο- αποτελέσματα, εάν δεν υπάρξει πολυεπίπεδος συντονισμός σε όλους τους τομείς της διαδικασίας παραγωγής «πλούτου» και της καλύτερης δυνατής κατανομής του.

Έχοντας αυτά κατά νου, η Επιτροπή Πισσαρίδη έρχεται να προτείνει αλλαγές στην φορολογία, υιοθετώντας μερικά πάγια αιτήματα των σύγχρονων σχολών οικονομικής σκέψης και με τελικό στόχο την σύγκλιση (προφανώς σε βάθος χρόνου) του μέσου ελληνικού με το αντίστοιχο ευρωπαϊκό εισόδημα.

Έτσι, σε ό,τι αφορά στους φορολογικούς συντελεστές, η μεγάλη αλλαγή που θα επηρεάσει τη ζωή και την τσέπη μας είναι η κατάργηση του συστήματος με τις κλίμακες και η υιοθέτηση ενός νέου μοντέλου όπου θα ισχύει ένας ενιαίος συντελεστής για κάθε τσέπη και πορτοφόλι. Έτσι όλα τα εισοδήματα θα φορολογούνται ενοποιημένα ανεξάρτητα από την πηγή από την οποία προέρχονται, χωρίς τις διακρίσεις του παρελθόντος που σε μεγάλο βαθμό ήταν άδικοι. Όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι το εισόδημα από τα ενοίκια που ήταν της τάξης του 30% ανεξάρτητα από το ύψος του.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η οριστική κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης, κάτι που αποτέλεσε και προεκλογική εξαγγελία του νυν πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη. Προφανώς ορισμένες εντάσεις και αμφισβητήσεις επ’ αυτού θα υπάρξουν αφού μιλάμε για ποσά τα οποία χρησιμοποιούνταν για την ενίσχυση των εισοδηματικά χαμηλότερων τάξεων, αλλά η αλήθεια είναι ότι έτσι όπως λειτούργησε το μέτρο στην Ελλάδα ήταν προβληματικό. Από την μία, δηλαδή, δεν ανακούφιζε πραγματιστικά τους έχοντες ανάγκη και από την άλλη στερούσε εισοδήματα κυρίως από την μεσαία τάξη, με την ευρύτερη έννοια του όρου.

Σχετικό με τα παραπάνω είναι και η πρόταση για κατάργηση του συμπληρωματικού ΕΝΦΙΑ, ενός φόρου που επιβλήθηκε το 2014 και αφορά στις μέρες μας περισσότερους από  400.000 ιδιοκτήτες ακινήτων. Η κατάργηση του συμπληρωματικού φόρου στα ακίνητα καθώς και η ενοποίηση των φόρων της ακίνητης περιουσίας και η μεταφορά τους στους δήμους περιλαμβάνονται στην έκθεση της επιτροπής Πισσαρίδη, προκειμένου να επέλθει εξορθολογισμός στην αγορά ακινήτων, μέσω και μιας ανεξάρτητης Αρχής για τον καθορισμό των αντικειμενικών αξιών που θα πρέπει να εναρμονίζονται με τις πραγματικές αξίες της αγοράς.

Παράλληλα, η Επιτροπή στον άξονα του τομέα της φορολογίας έρχεται να προτείνει την θέσπιση ισχυρών κινήτρων ώστε να επιβραβευθεί η μεγαλύτερη χρήση των συστημάτων ηλεκτρονικών πληρωμών που αποτελεί μία μέθοδο με την οποία είναι αδύνατο (ή έστω πολύ πιο δύσκολο) να αποκρύπτει φυσικό ή νομικό πρόσωπο εισοδήματα και επιπλέον ζητείται η στοχευμένη μείωση των φορολογικών συντελεστών σε κλάδους και δραστηριότητες με υψηλά επίπεδα φοροδιαφυγής, εφόσον συμμορφώνονται. Ένα μέτρο που και πάλι θα αφορά τόσο επαγγελματίες όσο και επιχειρήσεις.

Αυτό το φιλόδοξο πρόγραμμα και η επιτυχία ή αποτυχία του θα μπορούν να κριθούν με νούμερα και αριθμούς. Και αυτό διότι ο στόχος που τίθεται είναι η ετήσια αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 3,5% για την επόμενη δεκαετία, κατά μέσο όρο. Ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ετήσιας αύξησης της απασχόλησης κατά 1%, σε συνδυασμό με ανάλογη ετήσια αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας κατά 2,5%.

Εάν αυτό όντως συμβεί, υπολογίζεται ότι το 2030, δηλαδή σε δέκα χρόνια από τώρα, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ του Έλληνα θα βρίσκεται στο 81% της Ευρωπαϊκής Ένωσης (σήμερα είναι στο 67%), ενώ εξίσου σημαντική με την ουσιαστική αύξηση του πραγματικού εισοδήματος είναι και η ελπίδα για μείωση της ανεργίας στο 7% από πάνω από 17% που είναι στις μέρες μας.