Σφύριζαν τα λάστιχα: Τι συνέβη τη μέρα που ο Ανδρέας Παπανδρέου έκανε τον Διόνυσο να θυμίζει Μονακό

Με αφορμή τον θάνατο του Κώστα Μαρκάκη, πιστού οδηγού του Ανδρέα Παπανδρέου, θυμόμαστε μια ιστορία η οποία έγραψε ιστορία

Η απώλεια του Κώστα Μαρκάκη σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής γεμάτης από τα μυστικά και την αίγλη της «χρυσής» περιόδου του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο άνθρωπος που έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της 18ης Μαρτίου 2026, δεν ήταν απλώς ένας οδηγός, αλλά ένας ακλόνητος φύλακας-άγγελος και έμπιστος φίλος του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ, από τα σκληρά χρόνια του ΠΑΚ μέχρι τις ημέρες της εξουσίας.

Με καταγωγή από την Κρήτη, ο Μαρκάκης υπήρξε ο άνθρωπος για τις «ειδικές αποστολές» στο Λονδίνο και την Αθήνα, εκτελώντας με παροιμιώδη εχεμύθεια κάθε ινκόγκνιτο μετακίνηση υπουργών και στελεχών.

Η απώλεια του Μαρκάκη ξυπνά μνήμες από μια εποχή που οι άνθρωποι πίσω από το τιμόνι του Ανδρέα δεν ήταν απλώς υπάλληλοι, αλλά οι αυτόπτες μάρτυρες μιας μυθικής καθημερινότητας. Γιατί, όσο κι αν ο Μαρκάκης υπήρξε ο βράχος της εχεμύθειας στις διαδρομές του προέδρου, υπήρχαν στιγμές που ο ίδιος ο Παπανδρέου αποφάσιζε να πάρει τον έλεγχο, μετατρέποντας μια απλή βόλτα σε μια εμπειρία που οριακά άγγιζε το δέος ή τον τρόμο.

Το μυθικό περιστατικό με τον Τηλέμαχο Χυτήρη

Δεν έχει σημασία η ιδεολογική σου τοποθέτηση, ούτε το πώς αποτιμάς την πολιτική του πορεία. Ανεξαρτήτως της άποψης που μπορεί να τρέφεις για φυσιογνωμίες όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου, σε ένα πράγμα θα συμφωνήσεις: Δεν υπάρχουν πια ηγέτες με το εκτόπισμα του εμβληματικού ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ.

Και οι διηγήσεις ανθρώπων που τον έζησαν από κοντά βοηθούν νεότερους (που μονάχα έχουν ακούσει ή έχουν διαβάσει γι’ αυτόν) να συλλάβουν σ’ έναν βαθμό την κλάση και το ανεπανάληπτο χάρισμα του άλλοτε πρωθυπουργού να επικοινωνεί με τον λαό.

Όπως αναμενόταν λοιπόν για κάποιον που υπήρξε εμβληματικό στέλεχος του κόμματος και παράλληλα ένας από τους πιο έμπιστους ανθρώπους του Ανδρέα, η προ μηνών συνέντευξη του Τηλέμαχου Χυτήρη (μαζί με τη Μαρία Φαραντούρη) στον ΣΚΑΪ και την εκπομπή «Η ζωή σου όλη» με τη Χριστίνα Βίδου έδωσε πολύ… ψωμί.

Όχι μόνο για τον τρόπο που περιγράφηκε η προσωπικότητα και ο τρόπος σκέψης του Παπανδρέου, αλλά και για κάποιες χαρακτηριστικές διηγήσεις άγνωστων περιστατικών. Άλλωστε ο Χυτήρης δεν ήταν απλά συνεργάτης στο μεγαλύτερο διάστημα της πολιτικής του πορείας, μα και ένας φίλος που δεν δίστασε ποτέ να ταυτιστεί μαζί του.

Χαρακτηριστική είναι η αποκάλυψη που είχε κάνει σε παλιότερη συνέντευξή του το ιστορικό στέλεχος του κινήματος για την εποχή που ανέλαβε εκπρόσωπος του Ανδρέα στα ΜΜΕ.

Τότε που συνάδελφοί του συμβούλευαν «είσαι κοντά στο τζάκι και θα καείς, γιατί στην πολιτική όποιος είναι κοντά στο τζάκι, καίγεται». Κι εκείνος απαντούσε, κατά την ίδια εξιστόρηση, πως «στο τζάκι καίγεσαι αν είσαι κούτσουρο κι εγώ δεν είμαι κούτσουρο».

 

Στη διάρκεια της συνέντευξης λοιπόν ο Χυτήρης περιέγραψε πόσο ξεχωριστή προσωπικότητα υπήρξε ο Παπανδρέου και σε ανθρώπινο επίπεδο. Εξήγησε χαρακτηριστικά:

«Ο Ανδρέας είχε συναισθηματικό κόσμο, τον ενδιέφερε αυτό που θα αποφάσιζε τι επίδραση θα είχε στον απλό κόσμο. Ο Ανδρέας μιλούσε στον κόσμο. Έπαιρνε τηλέφωνα και έλεγε “είμαι ο Παπανδρέου” και του έλεγαν “πλάκα μας κάνεις”».

Σε άλλο σημείο αποκάλυψε: «Μου είπε “είμαι ο τελευταίος των Μοϊκανών” από εκείνη τη γενιά των ηγετών. Και ότι “οι νέοι πολιτικοί θα είναι κατασκευασμένοι”, όχι πολιτικοί που βγαίνουν μέσα από τον λαό, αλλά κάποιοι που θα υποστηρίζουν συμφέροντα».

Τεράστιο ενδιαφέρον ωστόσο είχαν και οι αναφορές στους τελευταίους μήνες της ζωής του Ανδρέα. Αναφερόμενος στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής των Ευρωπαίων ηγετών στις Κάννες το 1995 (έναν χρόνο πριν του κλείσει ο ίδιος τα μάτια) ο Χυτήρης εξιστόρησε:

«Όταν ήρθε η σειρά του Ανδρέα, είδα να αφήνουν όλοι τα μολύβια κάτω και να παρακολουθούν. Επειδή ήταν αδύναμος, ασθενής και μιας ηλικίας, μόλις τελείωσε του είπα “μπράβο, πρόεδρε”. Εκείνος είπε: “Μην αυταπατάσαι, δεν παρακολουθούσαν αυτά που έλεγα, αλλά το πόσο αντέχω ακόμα”».

Παρόλα αυτά (και αναφερόμενος στο ίδιο διάστημα) ο Χυτήρης επικαλέστηκε και ένα περιστατικό που έδειχνε την άρνηση του Ανδρέα να συμβιβαστεί με την πάροδο του χρόνου. Την επιθυμία που είχε να νιώθει ακμαίος, ακόμα και όταν πια ήταν εμφανώς εξασθενημένος. Θυμήθηκε λοιπόν ότι τον κάλεσε μια Κυριακή να δοκιμάσουν μαζί το νέο πρωθυπουργικό αυτοκίνητο.

Ότι του είπε να κάτσει στο πίσω κάθισμα κι εκείνος διατύπωσε την επιφύλαξη «πρόεδρε, θα μας βλέπει ο κόσμος και θα λέει ποιος είναι αυτός που έχει για οδηγό τον Ανδρέα Παπανδρέου». Και ότι η… τρομακτική (όπως εξελίχθηκε) εμπειρία του ολοκληρώθηκε ως εξής:

«Άρχισε να πατάει το γκάζι και το αυτοκίνητο να τρέχει σαν τρελό. Σφύριζαν τα λάστιχα στις στροφές του Διονύσου, εγώ καθόμουν πίσω κι έτρεμα. Όχι μόνο έτρεχε, ενώ ήταν πια γέρος, ασθενής και από νοσοκομείο σε νοσοκομείο, αλλά σήκωνε του ένα του χέρι και έλεγε “αυτό τι να είναι άραγε”. Όταν γυρίσαμε του είπα “πρόεδρε, προτιμώ να κυβερνάτε τη χώρα, παρά να οδηγείτε”».