Με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ να έχει πέσει πάνω από την κυβέρνηση και να την πιέζει σε βαθμό ασφυξίας, ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα και πολυσυζητημένα στελέχη της, εμπλεκόμενο επίσης στη δικογραφία της ευρωπαϊκής εισαγγελίας για το νέο σκάνδαλο που δεσπόζει στην επικαιρότητα, έσπευσε να δηλώσει πως η τρέχουσα κοινοβουλευτική του θητεία θα είναι και η τελευταία του. Για τον Κώστα Καραμανλή ο λόγος που ξεκαθάρισε δημοσίως πως λόγω ΟΠΕΚΕΠΕ δεν θα είναι υποψήφιος για βουλευτής στις επόμενες εκλογές όποτε αυτές και αν γίνουν.
Το ενδιαφέρον σε αυτή την απόφαση του Καραμανλή είναι η αντίφαση που εμπεριέχει: με μια πρώτη ματιά δείχνει μια διάθεση ευθικρισίας. «Εφόσον με ελέγχει ο νόμος εγώ δεν ξαναβάζω για βουλευτής», είναι η σύνοψη της δήλωσης του Καραμανλή. Από την άλλη, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κανείς: γιατί ο συγκεκριμένος δεν παραιτείται από τώρα από το βουλευτικό του αξίωμα; Αν κρίνει πως πρέπει να πάψει να είναι βουλευτής λόγω συνθηκών όπως μας λέει, γιατί αυτό πρέπει να αφορά την επόμενη σύνθεση της Βουλής;
Η πιο λογική εκτίμηση αναφορικά με αυτή την αντιφατική κίνηση του Καραμανλή είναι και εκείνη που λέει πως πρόκειται για έναν ατομικό χειρισμό διαχείρισης μιας επικοινωνιακής ήττας ως προς το πρόσωπό του. Πρόκειται άλλωστε για έναν από τους (για να το πούμε ευγενικά…) λιγότερο συμπαθητικούς πολιτικούς της κυβέρνησης, εικόνα που ο συγκεκριμένος κατέκτησε με το σπαθί του τα προηγούμενα τρία χρόνια μέσω της εμπλοκής του στο ζήτημα των Τεμπών.
Με απλά λόγια, αν ο Μητσοτάκης θέλει να «πάρει κεφάλια» προκειμένου να τονίσει πως η κυβέρνηση θα είναι αδιάλλακτη ως προς την εμπλοκή στελεχών της στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, ο Καραμανλής ήταν ο νούμερο ένα υποψήφιος: μεγαλύτερη επικοινωνιακή αποσυμπίεση δεν θα μπορούσε να σκεφτεί ο Μητσοτάκης από το να αδειάσει τον πολιτικό που όλος ο κόσμος είναι εξοργισμένος μαζί του.

Μπροστά στο αναπόφευκτο, ο Καραμανλής προλαβαίνει τα τεκταινόμενα και την κοπανάει με τους όρους του. Αφαιρώντας δηλαδή την δυνατότητα από τον πρωθυπουργό να τον καθαιρέσει με παραδειγματισμό. Και εφόσον προλαβαίνει τις εξελίξεις, κρατάει και λίγο παραπάνω τη θέση του στα έδρανα της Βουλής; Και γιατί όχι άλλωστε; Ο Καραμανλής άλλωστε έκανε επίδειξη υπεροψίας τόσο στην εξεταστική επιτροπή για τα Τέμπη όσο και σε κάθε δημόσια εμφάνισή του που ακολούθησε την τραγωδία. Δεν του πέρασε καν από το μυαλό πως το ότι και έβαλε ξανά υποψηφιότητα για βουλευτής μετά τα Τέμπη αλλά και το ότι στηρίχθηκε από όλο τον μηχανισμό της Νέας Δημοκρατίας προκειμένου να εκλεγεί ξανά καθιστούσε την περίπτωσή του αμφιλεγόμενη και ίσως θα έπρεπε να ρίξει τους τόνους. Όχι: για τον ίδιο άλλωστε, το βουλευτικό αξίωμα έμοιαζε να γίνεται αντιληπτό σαν κληρονομικό δικαίωμα και όσοι διαφωνούν με αυτό είναι απλά κάτι ενοχλητικές, «τοξικές» (sic) μουρμούρες.
Σε ένα πολιτικό περιβάλλον πιο υγιές από το ελληνικό, το βράδυ που δυο τρένα συγκρούονται το ένα με το άλλο και εκατοντάδες νεκροί προκύπτουν, η πολιτική καριέρα του αρμόδιου υπουργού θα τελείωνε δια παντώς, συνοπτικά και χωρίς πολλά-πολλά. Πόσο μάλλον αν αυτός ο υπουργός, μόλις μερικά 24ωρα πριν από ένα τόσο κολοσιαίο δυστύχημα αντιμετωπίζει τις φωνές περί ελλειπτικής ασφάλειας στο σιδηρόδρομο ως ντροπιαστικές συκοφαντίες και διαρρηγνύει τα ιμάτιά του μέσα στο κοινοβούλιο περί αυτού. Ακόμα και σε αυτό το ανθυγιεινό πολιτικό περιβάλλον βέβαια, το φινάλε μιας τέτοιας πολιτικής καριέρας δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικό, ακόμα και αν σώθηκαν επικοινωνιακά τα έπιπλα, ακόμα και αν άργησε τρία χρόνια.