Τσίπρας

Το «ένα κλικ αριστερά» του Αλέξη Τσίπρα...

Μέσα στην απέραντη κεντρώα ρητορική του Αλέξη Τσίπρα, υπάρχει μια μικρή αλλά διακριτή μετακίνηση.

Οι εποχές που ο Αλέξης Τσίπρας και τα όσα εκπροσωπούσε πολιτικά διαχωρίζονταν από μια άβυσσο σε σχέση με το μπλοκ της Νέας Δημοκρατίας έχουν περάσει για τα καλά. Και αυτό δεν είναι ένα σημείο των καιρών με το οποίο ο πάλαι ποτέ ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ και νυν της ΕΛΑΣ νιώθει άβολα. Αντίθετα, μοιάζει να αποτελεί βασική του στοχοθεσία να ανταγωνιστεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη χωρίς να κουβαλάει την ταυτότητα της εξ’ αριστερών εναλλακτικής με την οποία θριάμβευσε κάποτε.

Για να βλέπεις πιο συχνά τα καλύτερά μας άρθρα Add Menshouse.gr on Google

Υπό μια έννοια, το στοίχημα του Τσίπρα μοιάζει με το απόλυτο «lose-lose»: ως αριστερός ηττήθηκε κατά κράτος και το 2019 και το 2023, ως αναβαπτισμένος κεντρώος θα πρέπει να πείσει πως υπάρχει πραγματικά κάτι που να τον διαχωρίζει από τον νυν πρωθυπουργό. Αν δεν το κάνει, τα επιχειρήματα αναφορικά με το τι είναι αυτό που θα αλλάξει καθοριστικά για την κοινωνία σε περίπτωση που αυτή αποφασίσει να μετακινηθεί από την αγκαλιά του Μητσοτάκη σε αυτή του Τσίπρα, μοιάζουν πολύ αδύναμα.

Ο Τσίπρας το γνωρίζει πολύ καλά αυτό. Ξέρει πως ελλείψει ιδεολογικών διαφορών, με το να επικαλείται ηθικές αξίες όπως η «καθαρότητα» έναντι της «διαφθοράς» ή η «δικαιοσύνη» έναντι της έλλειψης αυτής, καταφέρνει περισσότερο να συσπειρώνει ένα κοινό που έχει αποφασίσει έτσι κι αλλιώς να κινηθεί κόντρα στη σημερινή κυβέρνηση παρά να προσελκύει νέους ψηφοφόρους. Το ίδιο ισχύει και για τα περί ακροδεξιας πτέρυγας της Νέας Δημοκρατίας. Αν αυτά έφταναν ως επικλήσεις για να πέσει η Νέα Δημοκρατία, αυτό θα είχε γίνει ήδη.

Οι ομιλίες Τσίπρα και Μητσοτάκη στη ΔΕΘ, στη μεγάλη εικόνα αποδεικνύουν του λόγου το αληθές: η συνολική, η δομική πολιτική διακυβέρνησης της χώρας δεν αλλάζει ανάλογα με το ποιος από τους δυο θα κληθεί να κυβερνήσει στο μέλλον. Στις λεπτομέρειες όμως υπάρχει μια μικρή διαφορά: ο Τσίπρας επιχείρησε να επανασυγκροτήσει μέσα από την ανάλυση του προγράμματος της ΕΛΑΣ εκείνη την κοινωνική συμμαχία που κάποτε τον υποστήριξε μαζικά και φανατικά. Και αντίστοιχα να κακοκαρδίσει τα μεσαία στρώματα που τον μίσησαν στο παρελθόν και που θεωρητικά θα έπρεπε τώρα ο ίδιος να επιχειρεί να προσεγγίσει.

Μπορεί οι υποσχέσεις για το που θα φτάσει ο κατώτατος μισθός να μην απέχουν ιδιαίτερα από τα όσα εξαγγέλει ο Μητσοτάκης αλλά οι στοχευμένες υποσχέσεις για αυξήσεις 500 ευρώ σε γιατρούς και νοσηλευτές και 300 ευρώ σε δασκάλους και καθηγητές «χτυπάνε» την κυβέρνηση σε δυο κοινωνικές κατηγορίες με τις οποίες έτσι κι αλλιώς δεν τα πηγαίνει καλά. Αυτή η προτεραιότητα μάλιστα στους δημόσιους υπαλλήλους της εκπαίδευσης και της υγείας κουβαλάει και έναν συμβολισμό: μπορεί επί Τσίπρα να μην αμφισβητηθεί συνολικά η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων αλλά τουλάχιστον δεν θα αποθεωθεί όπως συμβαίνει επί Μητσοτάκη. Αντίθετα, η δημόσια υγεία και εκπαίδευση θα έχουν πάντα προτεραιότητα και αυτό θα το στηρίξει με αυξήσεις – ή τέλος πάντων, αυτό ισχυρίζεται ενόψει εκλογών.

Πώς όμως ο Τσίπρας θα κάνει εφικτή την υλοποίηση αυτής της υπόσχεσης; Ο ίδιος ομολογεί πως στρέφεται σε μια καθαρά αναδιανεμητική λογική, επιβάλλοντας μεγαλύτερα βάρη στα υψηλά εισοδήματα, τις τράπεζες και τη μεγάλη ακίνητη περιουσία μέσω συμβολικών μέτρων όπως η «Πατριωτική Εισφορά». Θα έλεγε κανείς πως μέσα στην απέραντη κεντρώα ρητορική του, υπάρχει μια μικρή αλλά διακριτή μετακίνηση προς τα αριστερά. Όχι μεγάλη, ένα… κλικ. Αλλά το κλικ αυτό είναι και που για την ώρα όχι απλά τον διαχωρίζει από τον Μητσοτάκη αλλά ίσως και να του φτιάξει και μια κοινωνική συμμαχία.

Είναι αυτή αρκετή για να αμφισβητήσει καταρχήν την ηγεμονία του Μητσοτάκη στην κοινωνία; Μένει να φανεί. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο ένα βασικό πολιτικό συμπέρασμα από την παρουσίαση του προγράμματος της ΕΛΑΣ είναι πως αυτό το ανεπαίσθητο, αυτό το μικρό κλικ προς τα αριστερά μοιάζει για την ώρα βασικό τμήμα της στρατηγικής του Αλέξη Τσίπρα.