Παύλο Μαρινάκη, στα σοβαρά το πέταξες αυτό ή μας τρολάρεις;

Για δύο μήνες πρέπει να διαρκεί το επίδομα ανεργίας «κατά την άποψή του», μας είπε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.

Υπάρχει μια φράση που ακούγεται εδώ και χρόνια στην Ελλάδα και συνήθως ακολουθείται από ένα βαθύ, αγανακτισμένο αναστεναγμό εργοδότη: «Δεν βρίσκουμε κόσμο να δουλέψει». Την έχουμε ακούσει από ξενοδόχους. Από ανθρώπους της εστίασης. Από ανθρώπους που ψάχνουν προσωπικό για την καλοκαιρινή σεζόν και δηλώνουν περίπου έκπληκτοι που οι εργαζόμενοι δεν σχηματίζουν ουρές έξω από την πόρτα τους. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης πήγε αυτή τη συζήτηση ένα βήμα παρακάτω. Σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ είπε ότι, κατά την προσωπική του άποψη, το επίδομα ανεργίας δεν θα έπρεπε να δίνεται για περισσότερο από δύο μήνες. Το σκεπτικό του είναι απλό: δουλειές υπάρχουν. Όποιος πραγματικά θέλει να εργαστεί, μπορεί να βρει.

Για να βλέπεις πιο συχνά τα καλύτερά μας άρθρα Add Menshouse.gr on Google

Κανονικά βέβαια θα έπρεπε κάποιος να ενημερώσει τον Μαρινάκη πως τα λεφτά που παίρνει ένας άνεργος από το ταμείο ανεργίας δεν αποτελούν ούτε κάποιο μεγαλόψυχο δώρο του κράτους ούτε κάποια χάρη που κάνει στους ανέργους. Ευτυχώς, έσπευσε η ίδια η ίδια η υπουργός Εργασίας, Νίκη Κεραμέως, διευκρινίσει («αδειάζοντας» επί της ουσίας τον Μαρινάκη) πως «το επίδομα ανεργίας είναι ασφαλιστικό, ανταποδοτικό δικαίωμα. Δεν είναι προνοιακό». Συγκεκριμένα, η Κεραμέως δήλωσε τα εξής: «Οπως τόνισε ο ίδιος ο κ. Μαρινάκης, αποτελεί αυστηρά προσωπική του θέση. Δεν αποτελεί θέση του αρμόδιου υπουργείου, δεν αποτελεί θέση της κυβέρνησης. Το επίδομα ανεργίας είναι ασφαλιστικό, ανταποδοτικό δικαίωμα. Δεν είναι προνοιακό. Ολοι οι εργαζόμενοι πληρώνουν εισφορές ανεργίας όσο εργάζονται, για την περίπτωση που βρεθούν εκτός δουλειάς. Αρα, ασφαλίζονται για την περίπτωση αυτή και έχουν δικαίωμα στην ανταπόδοση».

Ας αγνοήσουμε ωστόσο αυτή την προφανή διευκρίνιση που θα έπρεπε να έχει έτσι κι αλλιώς στο μυαλό του ο Μαρινάκης όταν εξέφραζε αυτή την «προσωπική άποψη». Ας μείνουμε στην ουσία της άποψης αυτής. Ο Μαρινάκης εκκινεί από μια κλασική φιλελεύθερη θέση πως τα επιδόματα μειώνουν το κίνητρο των ανθρώπων για εργασία και άρα πρέπει να αποφεύγονται προκειμένου η παραγωγικότητα της κοινωνίας να μην πέφτει. Με βάση αυτή τη θέση, ο Μαρινάκης μας λέει ουσιαστικά: πως «δουλειά υπάρχει», άρα το επίδομα ανεργίας είναι πολυτέλεια. Και κάπου εδώ αρχίζει το αληθινά ενδιαφέρον. Διότι το ερώτημα δεν είναι μόνο αν υπάρχει δουλειά. Είναι τι δουλειά υπάρχει.

Αν το μόνο που χρειάζεται ένας άνθρωπος είναι να βρει κάπου να δουλεύει οκτώ ή δέκα ώρες την ημέρα, τότε πράγματι, πιθανότατα κάτι θα βρεθεί. Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι βρήκε και μια δουλειά με την οποία μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς. Και αυτή είναι μια μικρή λεπτομέρεια που εξαφανίζεται πολύ βολικά από τη συζήτηση.

Ο κατώτατος μισθός βρίσκεται σήμερα στα 920 ευρώ μικτά. Το βασικό επίδομα ανεργίας στα 565 ευρώ. Κανείς φυσικά δεν ζει αξιπρεπώς με 565 ευρώ. Για την ακρίβεια, με τα σημερινά ενοίκια, το σούπερ μάρκετ και τους λογαριασμούς, δύσκολα τα λες ποσό με το οποίο κάθεσαι και περνάς ζωή και κότα. Και όμως, σύμφωνα με τη λογική που ακούμε ξανά και ξανά, αυτά τα χρήματα είναι αρκετά για να κάνουν έναν άνθρωπο να αρνείται πεισματικά να εργαστεί.

Ωραία λοιπόν: ας δεχτούμε για λίγο ότι έτσι είναι. Δεν προκύπτει τότε η προφανής ερώτηση; Πόσο κακή πρέπει να είναι μια δουλειά ώστε κάποιος να προτιμά τα 565 ευρώ από το να την κάνει; Γιατί κάπου εκεί βρίσκεται ο ελέφαντας στο δωμάτιο.

Αν ένας άνθρωπος μπορεί να παίρνει σχεδόν τα ίδια χρήματα χωρίς να εργάζεται, προφανώς το κίνητρο να πηγαίνει κάθε πρωί στη δουλειά μειώνεται. Μόνο που υπάρχει και η άλλη πλευρά της εξίσωσης. Για να αξίζει να εργαστεί κάποιος, η εργασία πρέπει να του προσφέρει κάτι αρκετά καλύτερο από την ανεργία. Όχι μόνο θεωρητικά αλλά και στην πράξη. Αν πρόκειται να σηκώνεσαι το πρωί, να μετακινείσαι, να δουλεύεις οκτώ ώρες —και συχνά περισσότερες—, να γυρίζεις σπίτι κουρασμένος και στο τέλος του μήνα να συνεχίζεις να μην μπορείς να πληρώσεις αξιοπρεπώς ενοίκιο και λογαριασμούς, τότε το πρόβλημα δεν λύνεται λέγοντας ότι «ο κόσμος δεν θέλει να δουλέψει». Ίσως ο κόσμος δεν θέλει να δουλέψει ΕΤΣΙ. Όχι ακριβώς το ίδιο πράγμα…

Το βλέπουμε περισσότερο στους κλάδους που κάθε χρόνο δηλώνουν ότι έχουν τεράστιες ελλείψεις προσωπικού. Τουρισμός, εστίαση, εποχικές δουλειές, κάθε χρόνια γκρινιάζουν ότι ο κόσμος «δεν θέλει να δουλέψει». Όμως όταν ολόκληροι κλάδοι επαναλαμβάνουν ότι έχουν εργαζόμενους, ίσως κάποια στιγμή πρέπει να κοιτάξει και τι ακριβώς προσφέρουν στους εργαζόμενους. Στην τελική, αυτό κάνει κάθε αγορά: όταν κανείς δεν αγοράζει ένα προϊόν, ρίχνεις την τιμή ή το κάνεις καλύτερο. Όταν κανείς δεν θέλει μια θέση εργασίας, όμως, ξαφνικά η λύση γίνεται να πιέσουμε περισσότερο τον άνεργο για να την αποδεχτεί. Κάπως βολικό.

Η πρόταση για επίδομα μόλις δύο μηνών κινείται ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν κάνει τη δουλειά πιο ελκυστική, δεν αυξάνει τον μισθό, δεν βελτιώνει το ωράριο, δεν προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια. Απλώς κάνει την ανεργία πιο επώδυνη. Και έτσι ο εργαζόμενος θα αναγκαστεί κάποια στιγμή να πει «ναι» σε κάτι που πριν μπορούσε να αρνηθεί. Αυτό ασφαλώς μπορεί να αυξήσει την προσφορά εργατικών χεριών. Υπάρχει όμως διαφορά ανάμεσα στο «κάνω μια δουλειά ελκυστική» και στο «κάνω την εναλλακτική τόσο άσχημη ώστε να μην έχεις επιλογή».

Ο Παύλος Μαρινάκης λοιπόν μας είπε ότι αυτή είναι προσωπική του θέση. Δεκτό. Μόνο που όταν είσαι κυβερνητικός εκπρόσωπος, το «προσωπική άποψη» έχει μια μικρή δυσκολία. Δεν είσαι ακριβώς ο τύπος που σχολιάζει την επικαιρότητα στην παρέα του πίνοντας καφέ. Εκπροσωπείς την κυβέρνηση. Και όταν ανοίγεις δημόσια μια συζήτηση για ένα μέτρο που αφορά εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους και μάλιστα λες ότι θα μπορούσε να εξεταστεί ενόψει εκλογών, είναι λογικό όλοι να αναρωτιούνται αν δοκιμάζεται απλώς μια ιδέα για να μετρηθούν αντιδράσεις.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η ουσία δεν αλλάζει. Μπορούμε να μειώσουμε το επίδομα ανεργίας στους δύο μήνες. Μπορούμε, αν θέλουμε, να το κάνουμε και έναν. Ή να μην υπάρχει καθόλου. Έτσι πράγματι περισσότεροι άνθρωποι θα δεχτούν οποιαδήποτε δουλειά βρουν μπροστά τους. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι λύσαμε το πρόβλημα της αγοράς εργασίας. Σημαίνει απλώς ότι αφαιρέσαμε από τον εργαζόμενο τη δυνατότητα να πει «όχι». Γιατί αν μια επιχείρηση δεν βρίσκει προσωπικό, υπάρχουν δύο τρόποι να αντιμετωπίσεις το ζήτημα. Ο ένας είναι να ρωτήσεις τι πρέπει να αλλάξει ώστε περισσότεροι άνθρωποι να θέλουν να δουλέψουν εκεί. Ο άλλος είναι να φροντίσεις ώστε να μην έχουν την πολυτέλεια να αρνηθούν. Και αυτή είναι τελικά όλη η συζήτηση.