Νίκος Ζιάγκος: Ο γόης των 80s που υποδύθηκε τον Σπύρο Λούη, έπαθε οικονομική καταστροφή και δεν το μετάνιωσε ποτέ
Πρόσωπα

Νίκος Ζιάγκος: Ο γόης των 80s που υποδύθηκε τον Σπύρο Λούη, έπαθε οικονομική καταστροφή και δεν το μετάνιωσε ποτέ

Ηθοποιός μεν, αλλά όπως είπε και ο ίδιος, ήταν ένα επάγγελμα-όχημα για να ζήσει πράγματα γεμάτα περιπέτεια.

Κάποια στιγμή σε ηλικία 17 ετών είχε βρεθεί σε ένα μαγαζί με ρούχα και από κει βρέθηκε να κάνει το μοντέλο. Μετά από μερικά χρόνια, πάλι με τέτοια τυχαιότητα, έγινε ηθοποιός και ήταν από τα πρόσωπα που δεν ξεχνά κανείς από την εποχή της βιντεοκασέτας.

Ο Νίκος Ζιάγκος ήταν και παραμένει ένας από τους πιο γοητευτικούς άντρες της εποχής μετά την κατρακύλα του ελληνικού σινεμά, ή αλλιώς της εποχής που η βιντεοκασέτα ήταν κυρίαρχη στον χώρο του θεάματος και για το κοινό και για τους ηθοποιούς που αναζητούσαν περισσότερο χρήμα.

Για τον Ζιάγκο το ξεκίνημα του έγινε με τρόπο εκκωφαντικό και διεθνή, αφού βρέθηκε να παίζει για πρώτη φορά σε αμερικάνικη παραγωγή για τον Σπύρο Λούη, υποδυόμενος τον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Νίκος Ζιάγκος: Ο γόης των 80s που υποδύθηκε τον Σπύρο Λούη, έπαθε οικονομική καταστροφή και δεν το μετάνιωσε ποτέ

Θα περίμενε κανείς με τέτοιο ξεκίνημα η συνέχεια να επιφυλάξει μόνον πρωταγωνιστικούς ρόλους και ταινίες με αρκετά μεγάλα μπάτζετ. Τα πράγματα δεν ήρθαν ακριβώς έτσι, όμως αυτό δε σημαίνει πως για τα επόμενα 15-20 χρόνια δεν θα είχε προτάσεις πολλών ειδών να απλώνονται στα πόδια του και μάλιστα έναντι αντιτίμου διόλου ευκαταφρόνητου.

Έχοντας απαρνηθεί να πρωταγωνιστήσει σε ταινία αισθησιακού περιεχομένου έναντι αμοιβής αντίστοιχης με 1.000.000 ευρώ σε σημερινά λεφτά και αφού είχε δεχτεί εξίσου παχυλή αμοιβή για να φωτογραφηθεί στο πρώτο εξώφυλλο του ελληνικού Playboy, ο Νίκος Ζιάγκος είδε παρόλα αυτά να περνάει αρκετό χρήμα από τη ζωή του, κατά δική του ομολογία.

Όμως το χρήμα έφευγε το ίδιο τάχιστα με το πώς ερχόταν και συνέβη αυτό που δεν θα περίμενε ενδεχομένως ούτε ο ίδιος. Έμεινε ουσιαστικά απένταρος, καταστράφηκε οικονομικά και για ένα διάστημα αναγκάστηκε να μείνει στο Σπίτι του Ηθοποιού.

Τι ήταν αυτό που σύμφωνα με τον ίδιο τον οδήγησε σε αυτό;

Όπως έχει εξηγήσει σε συνεντεύξεις του, το χρήμα που έβγαζε από τις ταινίες και τις διαφημίσεις, πήγαινε σχεδόν όλο στην εκπλήρωση των επιθυμιών του για περιπέτεια. Άλλες φορές αυτό σήμαινε να πάει με φίλους με τις μηχανές ταξίδι στην Ευρώπη, άλλες πάλι σήμαινε να τα σπαταλήσει για μία ή και πολύ περισσότερες γυναίκες.

Άλλωστε, ένας τόσο ωραίος άντρας, ένας κανονικός γόης, δεν θα μπορούσε παρά να περιστοιχίζεται από γυναίκες, να αποζητά την παρουσία τους και σε κάποια εξέλιξη της ζωής του να χάσει εντελώς το νόημα της ανθρώπινης επαφής και να αρκεστεί μόνο στο σαρκικό κομμάτι.

Η συνήθεια δεν άργησε να μετατραπεί σε εθισμό και για κάποια χρόνια ο Νίκος Ζιάγκος είχε εθιστεί και στο αλκοόλ και – πολύ περισσότερο – στις ιδιωτικές συνευρέσεις:

«Στη μονοκατοικία που νοίκιαζα με φίλους έρχονταν οι γυναίκες είκοσι-είκοσι. Μέχρι που βαρούσαμε τα τηλέφωνα επειδή δεν μπορούσαμε να συνεχίσουμε άλλο και το σκάγαμε από την πίσω πόρτα και φεύγαμε. Όσο εντυπωσιακό και αν φαίνεται, από όλα αυτά μένουν πέντε πράγματα –οι πλάκες και τα γέλια με τους φίλους» θα έλεγε αρκετά χρόνια αργότερα σε συνέντευξη, καθώς θα κοίταζε πίσω του αυτή την εποχή.

Καθώς λοιπόν εναλλασσόταν από τη σάρκα στην απόλαυση του αλκοόλ – μέχρι και κονιάκ με ζάχαρη έπαιρνε για πρωινό – κι ενώ έκανε πράξη κάθε του ανάγκη για περιπετειώδη ζωή, ο Νίκος Ζιάγκος έφτασε σιγά σιγά και στην άλλη πλευρά της δόξας που είχε κερδίσει, μα σε αντίθεση με το σύνηθες, ούτε γονάτισε οριστικά ούτε μετάνιωσε κάτι. Ούτε όταν έπρεπε να γίνει στήριγμα στον γιο του που είχε τις δικές του χίμαιρες να σκοτώσει με τον εθισμό του στα ναρκωτικά.

Δεν θα τον ακούσεις να περιγράφει την πτώση του με δάκρυ, με πόνο, με τον τόνο της απώλειας. Θα τον ακούσεις να το λέει με ικανοποίηση για όσα του προσέφεραν οι θυσίες και οι κόποι του.

Απέρριψε δουλειές στο θέατρο επειδή «έχω λεφτά τώρα, δεν χρειάζομαι, ας μη δουλέψω, ας πάω ένα ταξίδι», ενδεχομένως να μην ήταν αυτό που λέμε αφοσιωμένος στη δουλειά του, αλλά στο τέλος της ημέρας αυτό που μένει είναι τα μαθήματα που πήρε και το πόσο γεμάτος ένιωθε όταν απέρριπτε τη δουλειά για να ανταποκριθεί στην ελευθερία του.