Κώστας Παπαγεωργίου: Ο Έλληνας κασκαντέρ που έπαιζε την ζωή του κορώνα-γράμματα για τους διάσημους του σινεμά και της τηλεόρασης

Εάν τον συναντούσες τυχαία στον δρόμο δεν θα τον αναγνώριζες κι ας είχε πάρει μέρος σε πάμπολλες παραγωγές σε κινηματογράφο και τηλεόραση για παραπάνω από 35 χρόνια. Κι αυτό διότι ο Κώστας Παπαγεωργίου δεν έδειχνε ποτέ το πρόσωπό του, αλλά «έπαιρνε» αυτό των πρωταγωνιστών όταν εκείνοι χρειαζόταν να παίξουν σε κάποια άκρως επικίνδυνη σκηνή.

Σε τέτοιες καταστάσεις ο απόλυτος Έλληνας κασκαντέρ γινόταν ένα με τον κίνδυνο και ξεδίπλωνε το δικό του ταλέντο και τον ατρόμητο χαρακτήρα του μπροστά στα μάτια των υπόλοιπων συντελεστών.

Το απίστευτο της υπόθεσης είναι ότι πρώτα μπήκε στον χώρο και στη συνέχεια απέκτησε την δική του μηχανή αφού μέχρι τότε «βολευόταν» με… δανεικές. Και συγκεκριμένα αυτές που υπήρχαν στο συνεργείο που διατηρούσε ο πατέρας του στον Κολωνό, όπου είχε γεννηθεί και ο ίδιος το 1951. Όπως θυμάται, μάλιστα, την πρώτη βόλτα με δίτροχο την έκανε με μια μοτοσυκλέτα της τροχαίας που βρισκόταν εκεί για επισκευή το 1967, όταν ήταν μόλις 16 ετών.

Με το «μικρόβιο» της ταχύτητας να τρέχει ήδη στο αίμα του, ο Κώστας Παπαγεωργίου ξεκίνησε το 1971 να λαμβάνει μέρος σε αγώνες και δύο χρόνια αργότερα κατέκτησε και το πρώτο από τα κάμποσα πρωταθλήματα στην καριέρα του. Ε, ως πρωταθλητής πια, το 1974 (και αφού είχε απολυθεί από την Αεροπορία) αγόρασε και την πρώτη δική του μηχανή κι ενώ στο μεταξύ είχε και την παρθενική επαφή του με την δουλειά με την οποία θα γινόταν γνωστός. Αυτή του κασκαντέρ.

Ήταν το 1972 και έγινε μάλλον από σύμπτωση. Γνωστός λάτρης των μηχανών, ο ηθοποιός Σταύρος Παράβας ήταν παράλληλα και πελάτης στο συνεργείο του πατέρα του. Πάνω σε μια κουβέντα ανέφερε ότι σε μια ταινία θα έπαιζε και ο τραγουδιστής Σταμάτης Κόκοτας, αλλά χρειαζόταν ντουμπλάζ για μια συγκεκριμένη επικίνδυνη σκηνή. Ο ατρόμητος νεαρός έκανε… ένα βήμα μπροστά, πήρε την δουλειά και «καπάκι» ακολούθησε η συμμετοχή του στην «Έξοδο Κινδύνου» του Νίκου Μαστοράκη όπου αντικατέστησε τον Νίκο Κούρκουλο και την Όλγα Καρλάτου.

Πλέον για αυτόν ο δρόμος είχε ανοίξει και η συμμετοχή του ως κασκαντέρ στα φιλμ έγινε μια αγαπημένη παράλληλη δραστηριότητα, την ίδια ώρα που έπαιρνε μέρος στα πανελλήνια πρωταθλήματα ταχύτητας (συνολικά 14 φορές κατέκτησε τίτλο), ενώ αναπτυσσόταν και επιχειρηματικά μετά το 1977 όταν και άνοιξε την πρώτη του έκθεση μοτοσυκλέτας στην Θεσσαλονίκη.

Σε ό,τι αφορά στην αμοιβή του για τις υπηρεσίες που προσέφερε, αυτή ήταν ανταποδοτική. Δηλαδή δεν λάμβανε χρήματα, αλλά ζητούσε από τους παραγωγούς κάποια πλάνα να γυρίζονται έξω από τα μαγαζιά του ώστε να είναι ευκρινής η φίρμα του ή να υπάρχει σχετική αναφορά στους τίτλους αρχής ή τέλους.

Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια συνεργάστηκε με πολλά μεγάλα ονόματα του θεάματος, αλλά ο ίδιος ξεχωρίζει εκείνη την μοναδική φορά με τον Θανάση Βέγγο στην ταινία «Βέγγος, ένας τρελλός καμικάζι» όπου αντικατέστησε τον Έλληνα ηθοποιό σε μια από τις σπάνιες φορές που συνέβη κάτι τέτοιο αφού είναι γνωστό ότι ο λατρεμένος κωμικός δεν δεχόταν να ριψοκινδυνέψει κάποιος άλλος στην θέση του. Ιδιαίτερη ήταν και η συνεργασία του με τον Στάθη Ψάλτη, την εποχή που άνθισε η βιντεοκασέτα στην Ελλάδα. Τότε ο γνωστός πρωταγωνιστής, ο οποίος επίσης είχε τρέλα με τα δίτροχα, ήθελε να δοκιμάζει πρώτος εκείνος τα μηχανάκια και στη συνέχεια τα παραχωρούσε στον Κώστα Παπαγεωργίου για τα… δύσκολα.

Συνέχισε την καριέρα του μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000, συμμετέχοντας και σε τηλεοπτικές παραγωγές, μέχρι που πήρε την απόφαση να βάλει ένα τέλος σε αυτόν τον τρόπο ζωής, όπως είχε κάνει παλιότερα και με τις κόντρες, στις οποίες παραδέχεται πως έπαιρνε μέρος. «Ήταν η εποχή έτσι. Δεν μπορούσα να μένω αμέτοχος. Τώρα που μεγάλωσα, αναγνωρίζω ότι ήταν λάθος. Είχαν σκοτωθεί πάρα πολλοί νέοι άνθρωποι. Εμείς κάναμε κόντρες στον Κηφισό, από την Αχαρνών μέχρι τις εργατικές πολυκατοικίες της Νέας Φιλαδέλφειας. Μαζεύονταν μέχρι και 20.000 κόσμος. Το 1979 κέρδισα σε κόντρα πολλά χρήματα, όμως το 1972 παραλίγο να σκοτωθώ. Έξι ώρες ήμουν στο χειρουργείο», εξομολογήθηκε σε συνέντευξή του αργότερα.

Πλέον έχει αποσυρθεί από τον χώρο και απολαμβάνει την ζωή με την σύζυγό του, Σοφία, και τα τρία παιδιά (μια κόρη και δυο γιους) που απέκτησαν μαζί. Όλοι τους, φυσικά, οδηγούν μηχανές!