Ο αιώνιος β' ρόλος: Ο «πατέρας» του ελληνικού σινεμά που ξέχασαν οι συνάδελφοί του, αλλά όχι το κοινό

Υπάρχουν ηθοποιοί έχουν την ατυχία να έχουν συνδεθεί με ρόλους όχι και τόσο δημοφιλείς, με αποτέλεσμα για χρόνια ολόκληρα να προσπαθούν να πείσουν τον κόσμο ότι ο πραγματικός χαρακτήρας τους διαφέρει κατά πολύ από εκείνους των ηρώων που ενσαρκώνουν στην μεγάλη ή την μικρή οθόνη ή το σανίδι.

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατηγορίας να είναι ο Αρτέμης Μάτσας (θύμα του Ναζισμού και ο ίδιος στην ζωή του) και στον αντίποδα συναντά κανείς το πρόσωπο του Λαυρέντη Διανέλλου. Του ηθοποιού του οποία η φυσιογνωμία ήταν τέτοια ώστε να πείθεται και ο τελευταίος θεατής ότι αυτός ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε παρά να κάνει πάντα τον «καλό» της υπόθεσης. Και συνήθως την πατρική φιγούρα που στεκόταν στα δύσκολα στο πλευρό της Αλίκης Βουγιουκλάκη αλλά και πολλών άλλων σταρ του ελληνικού σινεμά.

Ο αιώνιος β' ρόλος: Ο «πατέρας» του ελληνικού σινεμά που ξέχασαν οι συνάδελφοί του, αλλά όχι το κοινό

Το κινηματογραφικό βιογραφικό του είναι τεράστιο… Από το 1938 όταν και έπαιξε τον πρώτο ρόλο του στην ελληνο-αιγυπτιακή παραγωγή «Δόκτωρ Επαμεινώνδας», που σκηνοθέτησε ο Εβραίος Τόγκο Μιζραχί, με πρωταγωνιστές τον Παρασκευά Οικονόμου και τις αδελφές Καλουτά και μετά, ο Λαυρέντης Διανέλλος συμμετείχε συνολικά σε 207 ταινίες. Το λιγότερο… Και αυτό διότι πιθανολογείται ότι μπορεί να έπαιξε και σε άλλες παραγωγές που χάθηκαν μέσα στη δίνη της εποχής που έζησε.

Πολλοί πίστευαν βλέποντάς τον να παίζει με τόση φυσικότητα και συγκεκριμένους ρόλους, ότι ήταν αυτοδίδακτος. Αλλά αυτό αποτελεί μεγάλη πλάνη. Ο γεννημένος το 1911 στην Μαγνησία καλλιτέχνης όχι μόνο δεν ήταν αυτοδίδακτος αλλά υπήρξε και ένας από τους πρώτους μαθητές και συνεργάτες του Κάρολου Κουν, στην σχολή του οποίου έμαθε την τέχνη αλλά και είχε και την χαρά να γνωρίσει την Φρόσω Κοκκάλα, ηθοποιό και ερμηνεύτρια δημοτικών τραγουδιών, την οποία παντρεύτηκε και αργότερα απέκτησαν και μια κόρη.

Ο αιώνιος β' ρόλος: Ο «πατέρας» του ελληνικού σινεμά που ξέχασαν οι συνάδελφοί του, αλλά όχι το κοινό

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 συνέδεσε το όνομά του με τα χρυσά χρόνια του ελληνικού σινεμά, παίζοντας σε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της εποχής. Αναμφισβήτητα ξεχωρίζουν οι παρουσίες του στην ταινία του Ντίνου Δημόπουλου «Μανταλένα» (1960), στο πλευρό της αείμνηστης Αλίκης Βουγιουκλάκη, στο φιλμ «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες» (1960), «Ο Θόδωρος και το Δίκαννο» (1962), «Το πιο λαμπρό αστέρι» (1967) και «Η Αλίκη Δικτάτωρ» (1972). Αλλά και σε φιλμ όπως ο «Κατήφορος», «Οι Γερμανοί Ξανάρχονται» ή «Η Κάλπικη λίρα» στα οποία έδειξε διαφορετικές πτυχές του ταλέντου του. Σε όλες αυτές τις παραγωγές ο Λαυρέντης Διανέλλος συμμετείχε και διέπρεψε ανεξάρτητα με το αν ο ρόλος του ήταν κωμικός ή δραματικός. Εκείνος υποδυόταν ουσιαστικά τον εαυτό του, καταθέτοντας στην μεγάλη οθόνη ένα κομμάτι από το μεγαλείο της ψυχής του.

Το 1971 τιμήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης με το βραβείο Β’ Ανδρικού ρόλου για τη συμμετοχή του στην ταινία του Δημήτρη Παπακωνσταντή «Ολοκαύτωμα», ενώ όλο αυτό το διάστημα αξιοπρόσεχτη ήταν και η παρουσία του και στο θέατρο όπου ξεκίνησε το μακρινό 1936. Τότε είχε συμμετάσχει στην παράσταση «Πλούτος» του Αριστοφάνη και στη συνέχεια μέχρι να χτυπήσει και την πόρτα της Ελλάδας ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ήταν μέλος του θιάσου της Μαρίκας Κοτοπούλη. Την δεκαετία του ’50 βρήκε στο πρόσωπο του άλλου μεγάλου μας ηθοποιού, Μίμη Φωτόπουλου ένα εξαιρετικό συνεργάτη και κυρίως έναν πολύ καλό φίλο, με τον οποίο έμειναν μαζί στο σανίδι για σχεδόν 20 ολόκληρα χρόνια!

Ο αιώνιος β' ρόλος: Ο «πατέρας» του ελληνικού σινεμά που ξέχασαν οι συνάδελφοί του, αλλά όχι το κοινό

«Ο πατέρας μου ήταν ένας γλυκός, ταπεινός και με ευρύ πνεύμα άνθρωπος. Ήταν αυτό που βλέπουμε όλοι στις ταινίες. Δεν με μάλωσε ποτέ. Ήταν άνθρωπος της συζήτησης, που έδινε συμβουλές σε όλους. Στους συναδέλφους του ήταν πολύ αγαπητός. Τον λάτρευαν όλοι, γιατί ήταν πολύ χαμηλών τόνων. Εκείνον που θυμάμαι να έρχεται στο σπίτι μας πολύ συχνά και ήταν ο καλύτερος φίλος του ήταν ο Μίμης Φωτόπουλος» είχε πει κάποτε η κόρη του, Μαρία, και με αυτά τα λόγια δεν θα μπορούσε να διαφωνήσει κανείς, είτε συνάδελφός του είτε θεατής…

Τελικά η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε να φύγει από την ζωή μακριά από την πατρίδα του αλλά και πολλούς από τους αγαπημένους ανθρώπους του, σε νοσοκομείο του Σιάτλ των ΗΠΑ στις 16 Σεπτεμβρίου 1978. Τρεις ημέρες αργότερα κηδεύτηκε στην Ραφήνα, σε μια τελετή που όπως διαβάζουμε στις εφημερίδες δεν παρευρέθηκαν πολλοί συνάδελφοί του. Ίσως κάποιοι τον ξέχασαν… Κάτι που το κοινό δεν θα κάνει ποτέ…