«Τι γελάτε μωρέ; Τι γελάτε;»: Ο αγαπημένος ηθοποιός που έφυγε στη σκηνή μπροστά στα μάτια των εμβρόντητων θεατών
Πρόσωπα

«Τι γελάτε μωρέ; Τι γελάτε;»: Ο αγαπημένος ηθοποιός που έφυγε στη σκηνή μπροστά στα μάτια των εμβρόντητων θεατών

Η φωτογραφία από τις τελευταίες στιγμές της ζωής του ξεθωριάζει, η κληρονομιά που άφησε όμως ποτέ

Στο φουαγιέ του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος υπάρχει μια φωτογραφία ενός άνδρα εδώ και πάνω από μισό αιώνα για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι ποιος είναι ο ορισμός του καλλιτέχνη.

Είναι το μοναδικό φωτογραφικό στιγμιότυπο από την ανοιχτή πρόβα της παράστασης ο «Επιθεωρητής» το 1963 και απαθανατίζει τον σπουδαίο Γιώργο Δαμασιώτη στο τελευταίο ρόλο της ζωής του. Το ανθρώπου που έζησε για το θέατρο και πέθανε κυριολεκτικά πάνω στο σανίδι, πρωταγωνιστώντας στο έργο του Νικολάι Γκογκόλ.

«Τι γελάτε, μωρέ; Τι γελάτε; Ίδιοι κι απαράλλαχτοι είστε!», λέει, απευθυνόμενος στο κοινό, την ώρα που ανοίγει η αυλαία και αστράφτει το φλας. Δεν προλαβαίνει να ολοκληρώσει καλά-καλά τη φράση του και σωριάζεται στη σκηνή λιπόθυμος. Η καρδιά του τον είχε «προδώσει», λίγη ώρα αργότερα θα διαπιστωθεί ο θάνατός του, που παρά τις προσπάθειες των γιατρών είναι αναπόφευκτος. Είναι 23 Δεκεμβρίου του 1963 και o αδόκητος χαμός του χαρισματικού καλλιτέχνη, επί τω έργω, συγκλονίζει τον κόσμο του θεάτρου και του κινηματογράφου.

Ο Γιώργος Δαμασιώτης ερμήνευσε 18 ρόλους στη μεγάλη οθόνη – πιο χαρακτηριστικοί αυτοί του δημάρχου στην «Κυρά μας τη Μαμή» και του μεθύστακα στην «Καφετζού» – αλλά η… βασική δουλειά του δεν ήταν αυτή του κομπάρσου πολυτελείας στο σινεμά. Στο ξεκίνημα της πολύπλευρης καριέρας του «συστηνόταν» ως λυρικός τραγουδιστής, έχοντας φοιτήσει σε μουσικές σχολές σε Ρώμη, Παρίσι και Μόναχο. Διακρίθηκε και διέγραψε σημαντική πορεία στην οπερέτα και στις μουσικές σκηνές, προτού στραφεί στην υποκριτική και ερμηνεύσει πρωταγωνιστικούς ρόλους στην επιθεώρηση και σε κλασικά κωμικά έργα.

«Τι γελάτε μωρέ; Τι γελάτε;»: Ο αγαπημένος ηθοποιός που έφυγε στη σκηνή μπροστά στα μάτια των εμβρόντητων θεατών

Ο ρόλος – σταθμός της καριέρας του ήταν ο Σάιλοκ στον «Έμπορο της Βενετίας» το 1932, με τον οποίο καθιερώνεται στο χώρο του θεάτρου. Ακολουθούν συνεργασίες με τους μεγαλύτερους θιάσους της εποχής, παράλληλα ωστόσο δεν εγκαταλείπει το μουσικό θέατρο και «μαγεύει» το κοινό με τη μοναδική ερμηνεία του ως Φίγκαρο στον «Κουρέα της Σεβίλης».

Ερμηνεύει με άνεση τόσο πρόζα όσο και επιθεώρηση, αν και στα χρόνια της Κατοχής η οπερέτα είναι η μόνη διέξοδος, εξαιτίας της λογοκρισίας που είχε επιβληθεί. Μεταπολεμικά, επιστρέφει στην κανονική ροή της καριέρας του και κάθε φορά που ανεβαίνει στη σκηνή παραδίδει σεμινάρια υποκριτικής σε Ακροπόλ και Βέμπο. Μία από αυτές ήταν και στην εμβληματική παράσταση «Τρόλεϊ μπας» του 1954 (των Τραϊφόρου-Γιαννακόπουλου), όπου έχοντας στο πλευρό του τον Λάμπρο Κωνσταντάρα και τον Χρήστο Τσαγανέα χαρίζουν απλόχερα το γέλιο στο κοινό.

Το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο θα γίνει το 1948, στην ταινία «100.000 λίρες», όπου πλαισιώνει τους Μίμη Φωτόπουλο και Ντίνο Ηλιόπουλο. Τη δεκαετία του ’50 εμφανίζεται σε 11 ταινίες και ο περισσότερος κόσμος τον θυμάται από τους ρόλους του ως γκρινιάρη – κλινήρη – δημάρχου στην «κυρά μας τη Μαμή» και ως μπεκρή στην «Καφετζού», που διαμαρτύρεται διαρκώς στον… κύριο πόλιτσμαν μετά την εκδίωξη του από το καπηλειό του ταβερνιάρη Φωτόπουλου.

Το 1961 ο Δαμασιώτης αποφασίζει να γυρίσει σελίδα σε ζωή και καριέρα. Μαζί με τη σύζυγό του, τη μεσόφωνο Κίτσα Δαμασιώτου, μετακομίζουν στη Θεσσαλονίκη, εκείνος για να ενταχθεί στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος κι εκείνη για να θητεύσει ως καθηγήτρια μουσικής στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης.

Με το ΚΘΒΕ προλαβαίνει να μπει για πρώτη φορά σε αρχαίο θέατρο, υποδυόμενος τον «Αρχοντοχωριάτη» του Μολιέρου. Όχι όμως και να στηρίξει την επιλογή της αποκλειστικής αφοσίωσης του στο θέατρο, καθώς το νήμα της ζωής του κόβεται ξαφνικά, στα 63 χρόνια του.

Αρκετά νωρίς δηλαδή για να υποθέσουν άπαντες ότι ένας άνθρωπος που υπηρέτησε με τόσο πάθος και ευγένεια την τέχνη του, είχε πολλά ακόμα να δώσει.

Η φωτογραφία στο ΚΒΘΕ μπορεί χρόνο με το χρόνο να ξεθωριάζει, η κληρονομιά που άφησε πίσω του όμως ποτέ.