«Μας αγαπάνε οι Γερμανοί»: Γιατί η Χούντα απαγόρευσε ακόμα και την απλή αναφορά στο όνομα του Δήμου Σταρένιου
Βρείτε μας στο

«Μας αγαπάνε οι Γερμανοί! Σαν φίλοι ήρθανε. Οι Γερμανοί είναι φίλοι μας». Συνειρμικά, κάθε φορά που ακούμε το όνομα Δήμος Σταρένιος, στο μυαλό μας έρχονται αυτές οι ατάκες από την ταινία «Η χαραυγή της νίκης», που καθιέρωσαν τον συγκεκριμένο ηθοποιό, αλλά ταυτόχρονα του κόλλησαν την «ρετσινιά» του συνεργάτη των Ναζί. Ωστόσο ελάχιστοι από αυτούς που παρακολουθούσαν την ταινία πίσω στο 1971 γνώριζαν την αλήθεια. Στην πραγματικότητα αυτός ήταν ο ορισμός της έννοιας του «κόντρα ρόλου», αφού ο ίδιος είχε αναπτύξει έντονη αντιστασιακή δράση, οργανώθηκε στον ΕΑΜ και την περίοδο της Κατοχής κόντεψε να πεθάνει από την πείνα.

Ενδεχομένως αυτή η εμπειρία να ήταν που τον έκανε τόσο καλό και έδωσε περισσότερο ρεαλισμό στην ερμηνεία του. Έχοντας ζήσει τους δοσίλογους από πρώτο χέρι, γνώριζε το ποιόν των ανθρώπων που τα… τακίμιασαν με τους κατακτητές και εκμεταλλεύτηκαν (συχνά μέχρι θανάτου) τους συμπατριώτες τους.

«Μας αγαπάνε οι Γερμανοί»: Γιατί η Χούντα απαγόρευσε ακόμα και την απλή αναφορά στο όνομα του Δήμου Σταρένιου

Ο Δήμος Σταρένιος γεννήθηκε στο Κάιρο το 1909 και αφού πέρασε 22 χρόνια στην Αίγυπτο, βρέθηκε το 1932 στην Αθήνα όπου ασχολήθηκε με την υποκριτική. Είχε την ατυχία, όπως όλος ο πλανήτης τότε, να ζήσει την φρίκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με τον ίδιο να είναι από εκείνους που δεν περίμεναν απλά να… περάσει το κακό. Αντίθετα, υπήρξε ενεργός αντιστασιακός μέσα από την ένταξή του στο ΕΑΜ, την ώρα που συνέχιζε να δίνει παραστάσεις ήδη από το 1935. Την περίοδο της Κατοχής έφτασε ένα βήμα πριν τον θάνατο όταν κατέρρευσε επί σκηνής κατά την διάρκεια της παράστασης «Απόψε θα γελάσουμε». Η πείνα και οι κακουχίες τον έστειλαν στο νοσοκομείο, αλλά δεν τον νίκησαν. Το επόμενο βράδυ, αν και σοβαρά καταπονημένος, επέστρεψε στο σανίδι…

«Μας αγαπάνε οι Γερμανοί»: Γιατί η Χούντα απαγόρευσε ακόμα και την απλή αναφορά στο όνομα του Δήμου Σταρένιου

Μέσα σε αυτή τη δυστυχία είχε την τύχη ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 να γνωρίσει την γυναίκα με την οποία μοιράστηκε ολόκληρη την ζωή του. Την επίσης ηθοποιό Νίνα Βαρβέρη με την οποία παντρεύτηκαν χωρίς όμως να αποκτήσουν παιδιά. Στάθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλον για πάντα και χωρίστηκαν μόνο από τον θάνατο που τους βρήκε με πέντε χρόνια διαφορά, το 1983 και το 1988, αντίστοιχα.

«Μας αγαπάνε οι Γερμανοί»: Γιατί η Χούντα απαγόρευσε ακόμα και την απλή αναφορά στο όνομα του Δήμου Σταρένιου

Η πρώτη επαφή του με το κοινό ήρθε το 1933, στον θίασο της Αλίκης Θεοδωρίδου, όπου συμμετείχε στην κομεντί «Ευτυχία του Μπέρνσταϊν» και από τότε ακολούθησαν δεκάδες παραστάσεις, αλλά και παρουσίες στον κινηματογράφο, όπου κατά ένα παράξενο παιχνίδι της μοίρας έμελλε να μείνει στη μνήμη του κόσμου υποδυόμενος κυρίως «μισητούς» ρόλους. Δίχως αμφιβολία, ξεχωρίζει το πασίγνωστο στιγμιότυπο με τους… φίλους μας τους Γερμανούς, στο ρόλο του… ρουφιάνου Φρατζέσκου Πετράκη.

Αντίστοιχα συναισθήματα απέχθειας δημιούργησε στο κοινό και μέσα από την πιο σημαντική τηλεοπτική δουλειά του, στη σειρά «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» το 1975, όταν και κατάφερε να επιστρέψει έτσι στην μικρή οθόνη. Τα προηγούμενα χρόνια, εξαιτίας της σχέσης του με την Αριστερά, είχε απαγορευθεί από την Χούντα όχι μόνο να συμμετέχει σε παραγωγές της ΕΡΤ, αλλά και η απλή αναφορά στο όνομά του. Στο σίριαλ που λατρεύτηκε από τους θεατές, υποδύθηκε τον «Γερο-Λαδά» που ως όρος έγινε συνώνυμος του τσιγκούνη εκμεταλλευτή και τοκογλύφου. Τον ίδιο ρόλο είχε ερμηνεύσει ήδη το 1956 στο θέατρο, στον θίασο του Μάνου Κατράκη αλλά και στην ομώνυμη ταινία του 1957, του Ζιλ Ντασέν, σε ανάλογες μεταφορές του σπουδαίου έργου του Νίκου Καζαντζάκη.

Από τους σύγχρονούς του περιγραφόταν ως ένας «ρομαντικός αριστερός». Είχε έντονη πολιτική σκέψη και ανάλογες επιρροές, αλλά στερούνταν φανατισμού. Με το τέλος του πολέμου ίδρυσε τον θίασο «Ενωμένοι Καλλιτέχνες», στον οποίο βρήκαν καταφύγιο και άλλοι αγωνιστές του ΕΑΜ, ενώ και αργότερα παρέμεινε πιστός στις ιδέες του, δίχως παρωπίδες. Αυτός ενδεχομένως να ήταν και ο λόγος που αντιμετώπισε με έντονο προβληματισμό την διάσπαση του Κομουνιστικού Κόμματος σε ΚΚΕ και ΚΚΕ Εσωτερικού. Λένε, μάλιστα, ότι μέχρι το τέλος της ζωής του στήριζε οικονομικά και τα δύο θεωρώντας ότι κανένα κόμμα και κανένας ηγέτης δεν είχε αποκλειστικότητα στην εκπροσώπηση του λαού.

Έμεινε πιστός στον δικό του τρόπο σκέψης και την δική του στάση ζωής μέχρι τις 23 Οκτωβρίου 1983, όταν και άφησε την τελευταία πνοή του λόγω βαριάς μορφής αγγειοπάθειας. Ωστόσο θα μείνει για πάντα ζωντανός μέσα από τις ερμηνείες του και τις… παρερμηνείες του κοινού για τον πραγματικά εξαιρετικό χαρακτήρα του.