«Σ’ αγαπάω μ’ ακούς»: Η συνειδητή «εξαφάνιση» του ερμηνευτή που είπε το σουξέ που τραγούδαγε όλη η Ελλάδα

Η απόλυτη επιτυχία της δεκαετίας του ‘80

Εάν υπάρχει ελληνική εκδοχή του όρου «one hit wonder» αυτή είναι δίχως αμφιβολία το «Σ’ αγαπάω μ’ ακούς». Το κομμάτι το οποίο εκτόξευσε τη δημοτικότητα του Γιώργου Σαλαμπάση στην… στρατόσφαιρα, με ολόκληρη τη χώρα να το τραγουδά, όσο κανένα άλλο την δεκαετία του 1980.

Εκείνη την εποχή ο Έλληνας τραγουδιστής μετατράπηκε μέσα σε μια νύχτα σε απόλυτο ίνδαλμα, με τον κόσμο να κάνει ουρές για να τον ακούσει και να τον δει ζωντανά στο νυχτερινό κέντρο στο οποίο εμφανιζόταν. Ωστόσο εκείνος την ίδια ώρα στο καμαρίνι του μελετούσε την Αγία Γραφή, θεωρώντας ότι όλη αυτή η επιτυχία ήταν επιφανειακή και δεν άγγιζε πραγματικά την ψυχή του…

Από το «Λυπήσου με» στο «Σ’ αγαπάω μ’ ακούς»

Ο γεννημένος στις Σέρρες λαϊκός βάρδος είχε κατέβει ήδη στην Αθήνα και είχε φτιάξει όνομα ικανό να μπαίνει πρώτο στη μαρκίζα, γεμίζοντας το μαγαζί. Ωστόσο δεν είχε συνδεθεί ακόμη με ένα σουξέ, όπως αποκαλούσαν τότε τις μεγάλες επιτυχίες. Αυτό, δηλαδή, που συνέβη με το «Σ’ αγαπάω μ’ ακούς», με τον δίσκο να γίνεται τελικά χρυσός και τη συγκεκριμένη ατάκα να γίνεται… viral, όπως θα λέγαμε σήμερα.

Σε παλιότερη συνέντευξή του ο ίδιος ο Γιώργος Σαλαμπάσης είχε αποκαλύψει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μπήκε στο στούντιο για να ηχογραφήσει τη δουλειά που τον καθιέρωσε. Τότε λοιπόν στο πρόγραμμά του είχε και τραγούδια του αγαπημένου του, Γιάννη Πάριου. Ερμήνευε το «Λυπήσου με», ένα κομμάτι που είχε για εκείνον ιδιαίτερο συναισθηματικό φορτίο, μέχρι την ώρα που ένα ζευγάρι ανέβηκε στην πίστα για να χορέψει.

Αυτό το γεγονός το έκανε να χάσει την ψυχραιμία του, θεωρώντας ότι επρόκειτο για ασέβεια, με συνέπεια να ζητήσει από την ορχήστρα να σταματήσει να παίζει και να αποσυρθεί εκνευρισμένος στο καμαρίνι του. Εκεί τον συνάντησε ο Θεόδωρος Άγγελος, αρχικά για να του ζητήσει τον λόγο, αλλά όταν οι τόνοι έπεσαν, του αποκάλυψε ότι γράφει στίχους.

«Την επόμενη μέρα μού έφερε στο σπίτι το ‘’Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς’’ και μου άρεσε. Το έστειλα στον σύνθετη Νίκο Μπαξεβάνη, που έγραψε τη μουσική. Ο ιδιοκτήτης της δισκογραφικής, πριν ακόμη κυκλοφορήσει το κομμάτι, μου είπε: ‘’Τώρα θα σου κάνω τον χρυσό δίσκο’’. Και έγινε χρυσός!» είχε πει στην «Espresso».

Κι από τις πίστες στις εκκλησίες

Ο Γιώργος Σαλαμπάσης γεύτηκε τους χυμούς της τεράστιας επιτυχίας που τον έκανε νούμερο 1 στη νύχτα. Ο τίτλος του τραγουδιού έγινε σλόγκαν και ο ίδιος ο τραγουδιστής περιζήτητος. Ωστόσο ποτέ δεν ένιωθε εντελώς καλά σε αυτό το χώρο με τις ιδιαιτερότητές του.

Πάντοτε ήταν άνθρωπος της θρησκείας, από την οποία απομακρύνθηκε αναγκαστικά λόγω της δουλειάς του, χωρίς ωστόσο αυτό να επηρεάσει και τη βαθύτατη πίστη του. Τα φώτα της δημοσιότητας για λίγο τον… τύφλωσαν, σύντομα όμως αντιλήφθηκε ότι του έλειπε η επαφή με τα θεία. Μάλιστα, όπως είχε πει, περίπου εκείνη την περίοδο που προβληματιζόταν για τον εαυτό του, ο άνθρωπος που αργότερα θα γινόταν ο πνευματικός του, του έστειλε μέσω τρίτου ένα μήνυμα. «Σε θέλω στην εκκλησία κι ας κοιμάσαι μετά τα μπουζούκια»…

Αυτή η παρότρυνση άλλαξε τη ζωή του. Άρχισε να μελετά βυζαντινή μουσική και σταδιακά άφησε για πάντα πίσω του τον εφήμερο και επιφανειακά λαμπερό κόσμο της νυχτερινής διασκέδασης. Από ένα σημείο και μετά αυτό το θείο δώρο της σπουδαίας φωνής του το επέστρεψε στον Δημιουργό του, ψέλνοντας κάθε Κυριακή σε ενορίες της Γλυφάδας.

«Όλη η ζωή είναι ένα θαύμα. Έχω ζήσει πολλά, τα οποία κρατάω για τον εαυτό μου, όμως κλαίω και λέω ‘’αυτό είναι θαύμα’’! Δοξολογώ τον Θεό κάθε μέρα και κάθε Χριστούγεννα λέω το ‘’Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς’’ στον Χριστό. Είναι μια προσευχή: ‘’Είμαι μόνος, μ’ ακούς;’’» είχε πει κάποτε χαρακτηριστικά για να περιγράψει τη συνειδητή «εξαφάνισή» του.