Μανώλης Αγγελόπουλος: Ο περήφανος τσιγγάνος που ξεγύμνωσε τον ρατσισμό και τη σοβαροφάνεια
Μουσική

Μανώλης Αγγελόπουλος: Ο περήφανος τσιγγάνος που ξεγύμνωσε τον ρατσισμό και τη σοβαροφάνεια

Με δύο ιστορικού χαρακτήρα συναυλίες στον Λυκαβηττό πριν απο 35 χρονια...

Για περισσότερες από δύο δεκαετίες ο Μανώλης Αγγελόπουλος κατόρθωνε να κάνει σταθερά βήματα μέχρι την καταξίωση. Αν και διέθετε ήδη ένα σπουδαίο βιογραφικό, με δίσκους που έγιναν ανάρπαστοι και συνεργασίες με μερικούς από τους σημαντικότερους συνθέτες και στιχουργούς της εποχής, γνώρισε μια πρωτοφανή λογοκρισία λόγω του τσιγγάνικου αίματος που έρεε στις φλέβες του. Τα τραγούδια του για χρόνια δεν ακούγονταν στο ραδιόφωνο ούτε συγκινούσαν την κρατική τηλεόραση της ΕΡΤ. Όταν, μάλιστα, σε δύο διαδοχικές συναυλίες κόντεψε να «γκρεμιστεί» το θέατρο του Λυκαβηττού από το αδιαχώρητο, κάποιοι δεν δίστασαν να στάξουν ρατσιστική χολή εναντίον του.

Ξεκάθαρος από την αρχή

Σε αντίθεση με πιο σύγχρονα παραδείγματα καλλιτεχνών που υπό τον φόβο ρατσιστικής αντιμετώπισης κρύβουν την καταγωγής τους, ο Μανώλης Αγγελόπουλος δεν το έκανε. Για την ακρίβεια, υπήρξε κρυστάλλινος και ξεκάθαρος από την αρχή, όπως και μαρτυρά περίτρανα ο τίτλος του πρώτου μικρού δίσκου που κυκλοφόρησε το μακρινό 1957. Το «Τρέξε στα τσαντίρια μάνα» θα μπορούσε να το ερμηνεύσει μόνο ένας Ρομά. Ή, για να χρησιμοποιήσουμε τους… τσακωμένους με την πολιτική ορθότητα χαρακτηρισμούς της εποχής, ένας τσιγγάνος. Ένας… γύφτος…

Ανεξάρτητα από το πώς τον αποκαλούσε ο κόσμος, με ή χωρίς ρατσιστικά υπονοούμενα και προεκτάσεις, ένα χρόνο μετά η «Μαγκάλα», που του εμπιστεύτηκε ο Στράτος Αποστολίδης, ξεπέρασε τις 100.000 πωλήσεις. Πριν γίνει καν 20 ετών ο Μανώλης Αγγελόπουλος είχε ήδη φτάσει τόσο ψηλά που «αναγκάζει» τους καλύτερους να συνεργαστούν μαζί του και τον κόσμο να υποκλιθεί στο σπάνιο ταλέντο του.

Η λογοκρισία στην εξουσία

Εάν σήμερα συζητάμε ακόμα για αποκλεισμούς στη βάση του χρώματος, της καταγωγής ή των σεξουαλικών προτιμήσεων, μόνο να φανταστούμε μπορούμε τι συνέβαινε πριν από 30 ή 40 χρόνια. Από αυτό τον κανόνα δεν αποτελούσε εξαίρεση ούτε ο Αγγελόπουλος ούτε η μουσική του. Οι χαρακτηρισμοί «γυφτοτσιφτετέλια» και «ινδορεμπέτικα» βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη και μαρτυρούσαν τη γνώμη των «ειδικών» γι’ αυτό που αποκαλούσαν «μουσική ρύπανση». Ωστόσο οι πωλήσεις των δίσκων και το αδιαχώρητο που επικρατούσε στα μαγαζιά ήταν μια διαρκής επιβράβευση για τον τραγουδιστή που παρέμενε «ανεπιθύμητος» για το μονοπώλιο των κρατικών ΜΜΕ. Όλοι γνώριζαν τα τραγούδια του, αλλά δεν μπορούσαν να τα ακούσουν στο ραδιόφωνο ή την τηλεόραση.

Ο ίδιος ο Αγγελόπουλος ουδέποτε εξέφρασε δημόσια την πικρία του για το ιδιότυπο εμπάργκο. Αντίθετα, το έκανε ο δικηγόρος Βασίλης Καπερνάρος. Με εξώδικο προς την ΕΡΤ κάνει λόγο για τη δυσαρέσκειά του για αυτή την άνιση αντιμετώπιση. Η παρουσία του «τσιγγάνου» στην εκπομπή «Τρεις στον αέρα» σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέα εποχής, με περισσότερη πολυφωνία και λιγότερους αποκλεισμούς.

Η χρονιά των μεγάλων συναυλιών

Το 1983 μπορεί να χαρακτηριστεί μια χρονιά-σταθμός για τα συναυλιακά δρώμενα στον ελλαδικό χώρο. Ο Γιώργος Νταλάρας καταφέρνει να γεμίσει ασφυκτικά (και μάλιστα δύο φορές) το Ολυμπιακό Στάδιο. Και δεν μιλάμε για το κλειστό, το οποίο δεν υπήρχε καν τότε, αλλά το γήπεδο του ΟΑΚΑ που «γονάτισε» από 80.000 θεατές. Το ίδιο κατόρθωμα θα επαναλάβει και ο Διονύσης Σαββόπουλος, ενώ ο Λουκιανός Κηλαηδόνης ταράζει τα νερά με το περίφημο live της Βουλιαγμένης!

Την ίδια χρονιά το θέατρο του Λυκαβηττού ανοίγεις τις πύλες του στο λαϊκό, ακόμη και στο ρεμπέτικο τραγούδι. Κάτι που ωστόσο δημιουργεί και κάποιες εντάσεις, καθώς δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν πως ο χώρος δεν ταιριάζει με την Χαρούλα Αλεξίου, τη φωνή και τον ήχο της. Μοιάζει απίστευτο σήμερα, αλλά τέτοια πράγματα είχαν γραφτεί.

Κι αν για τους… λαϊκούς υπήρξε έστω μια κάποια ενοχή από την κουλτούρα της εποχής, δεν ίσχυε το ίδιο με τον Μανώλη Αγγελόπουλο. Το «τι δουλειά έχει ένας γύφτος στον Λυκαβηττό» ακούστηκε από πολλά σοβαρά, σοβαροφανή και επίσημα χείλη.

Το… σοκ του Λυκαβηττού

Η διπλή συναυλία (19 και 20 Ιουνίου 1983) διοργανώθηκε από το περιοδικό «Ντέφι», αλλά είναι εξαιρετικά αμφίβολο το αν ακόμη και οι εμπνευστές αυτής της ιδέας μπορούσαν να φανταστούν αυτό που θα συνέβαινε. Στο θέατρο του Λυκαβηττού δεν έπεφτε καρφίτσα. Γέμισαν τα καθίσματα, οι διάδρομοι, τα βράχια γύρω από τον χώρο! Όσοι δεν χώρεσαν, παρέμειναν σε κοντινή απόσταση στα όπως-όπως σταθμευμένα οχήματά τους. Και όλος αυτός ο πανικός μεταφέρθηκε σε κάθε γωνιά της χώρας από την τηλεόραση της ΕΡΤ, που κάλυψε την πρώτη συναυλία.

Τον καλλιτέχνη προσφώνησε ο Αντώνης Καφετζόπουλος, ενώ ο «Νιόνιος», ο Διονύσης Σαββόπουλος, ήταν ένας από τους ελάχιστους «καθωσπρέπει» μουσικούς που έδωσαν το «παρών». «Αν και  δύο άκρα αντίθετα, είμαι καλός σου φίλος», θα πει όταν τον αντικρίζει από σκηνής ο Αγγελόπουλος. Στην εκδήλωση συμμετείχαν δίχως φόβο και πάθος Αλεξίου και Μητροπάνος. Οι υπόλοιποι απλά απείχαν, ενώ κάποιοι άλλοι την επόμενη μέρα ξέσπασαν σε βάρος του Αγγελόπουλου και της κουλτούρας που εκπροσωπούσε.

Άνθρωποι της τέχνης και του πνεύματος, έγκριτοι δημοσιογράφοι και εφημερίδες (που σήμερα θα προτιμούσαν να είχαν καταπιεί τα λόγια τους) προχώρησαν σε μια άνευ προηγουμένου επίθεση, που φιλοξενήθηκε στις καλλιτεχνικές σελίδες του Τύπου. Ο ίδιος ο Αγγελόπουλος χαρακτηρίστηκε «αρχιγύφτος», ενώ οι αναφορές σε «τουρκόγυφτους», «αμανετζήδες» δεν αποφεύχθηκαν ούτε από τις «προοδευτικές» -υποτίθεται- φωνές της εποχής.

Ο Μανώλης Αγγελόπουλος δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να απαντήσει στην επίθεση που δέχτηκε. Άλλωστε για τον ίδιο, που ποτέ δεν έκρυψε την κουλτούρα και την καταγωγή του, όλα αυτά ήταν παράσημα και αποδείξεις της μεγαλειώδους νίκης του κόντρα στο «σύστημα» που δεν σταμάτησε ποτέ να τον πολεμάει λυσσαλέα.