Ο μεγαλύτερος Έλληνας παίκτης που δεν είδε ποτέ ο κόσμος στο top επίπεδο
Μπάλα

Ο μεγαλύτερος Έλληνας παίκτης που δεν είδε ποτέ ο κόσμος στο top επίπεδο

Έως τα 24 χρόνια του είχε πει «όχι» σε NBA, Ομπράντοβιτς και Κόκκαλη. Στα 37 κρέμασε τη φανέλα, παίζοντας στη Γ’ Κατηγορία

Καλοκαίρι του 1999, τα καλάθια στο κλειστό του Παπάγου έχουν στενάξει από τα καμώματα του επί μια τριετία και στα 19 του μοιάζει έτοιμος για το μεγάλο βήμα. Παναθηναϊκός και Πανιώνιος ερίζουν για την υπογραφή του, ο Αντρέα Ματσόν με αντιπροσωπεία φιλάθλων τον συναντούν για να του διαμηνύσουν ότι θα γίνεις ο «νέος Φάνης», αλλά τον πρώτο λόγο έχει ο άρτι αφιχθείς στην Ελλάδα Ζέλικο Ομπράντοβιτς.

Το ραντεβού κλείνεται ένα βράδυ Παρασκευής, με μεσάζοντα τον Παύλο Γιαννακόπουλο, που θέλει διακαώς να δει τον παίκτη στα πράσινα. «Θα σε κάνω τον πιο πλήρη γκαρντ της Ευρώπης. Υπομονή να έχεις, θα δουλέψουμε πολλά χρόνια μαζί», τον δελεάζει ο εν δυνάμει κορυφαίος προπονητής της ηπείρου.

«Όλα καλά κόουτς, αλλά θέλω να παίζω. Πόσο χρόνο συμμετοχής θα έχω φέτος;», ρωτάει ο περιζήτητος γκαρντ. «Δεν ξέρω, ίσως αρχικά καθόλου, αλλά σιγά – σιγά θα ετοιμαστείς», απαντά ο Ζοτς, περιμένοντας την καταφατική απάντηση. Ένα «Οκ.» που δεν θα βγει όμως ποτέ από τα χείλη του Γιώργου Διαμαντόπουλου. Δεν ήταν απλώς μία χαμένη ευκαιρία. Αλλά η πρώτη μιας καριέρας που σημαδεύτηκε σχεδόν εξ’ ολοκλήρου από τέτοιες.

Ο μεγαλύτερος Έλληνας παίκτης που δεν είδε ποτέ ο κόσμος στο top επίπεδο

Ο γεννημένος στο Χολαργό, το Φλεβάρη του 1980, γκαρντ ήταν από αυτούς τους παίκτες που μετά την αφαίρεση του ομφάλιου λώρου σπάει το καλούπι. Αλλά και από αυτούς που δεν μπαίνουν σε καλούπι. Τόσο αγωνιστικά, όσο και πνευματικά.

Σε μια εποχή που οι σταρ του ελληνικού μπάσκετ ένιωθαν σαν τα «χρυσά αυγά» μιας καμωμένης από το περίφημο «Γκαλόσημο» κότας, εκείνος δεν προσέγγισε ποτέ το σπορ με τον ψυχρό επαγγελματισμό που απαιτεί ο πρωταθλητισμός.

Το συναίσθημα υπήρξε πάντα η πυξίδα του. Και η αγάπη του για τον Πανιώνιο αθεράπευτη. Εκείνο το καλοκαίρι του ’99 ο παίκτης που έκανε πλάκα σε όλους τους αντιπάλους της Ελλάδας στις μικρές Εθνικές Ομάδες, επέλεξε τελικά τους κυανέρυθρους.

Τη σεζόν 2000-01 ο Διαμαντόπουλος συνθέτει ένα σπουδαίο περιφερειακό δίδυμο με τον Θοδωρή Παπαλουκά, σκοράροντας 19,9 π. κατά μέσο όρο. Μετά το τέλος της αγωνιστικής περιόδου, ο Παπαλουκάς μεταγράφεται στον Ολυμπιακό και ο Διαμαντόπουλος συμφωνεί με την Ταουγκρές του Ντούσκο Ιβάνοβιτς.

Ο μεγαλύτερος Έλληνας παίκτης που δεν είδε ποτέ ο κόσμος στο top επίπεδο

Οι Ισπανοί δίνουν και λεφτά στον Πανιώνιο για τη μεταγραφή, αλλά ούτε η διοίκηση, ούτε η «Πλατεία» συμφωνούν στη μετακίνηση. «Αν φύγεις κι εσύ τι θα γίνει η ομάδα», είναι το βασικό επιχείρημα, που μεταπείθει τελικά τον Διαμαντόπουλο, ο οποίος δέχεται και γενναία μείωση αποδοχών για να αποκτήσει καλύτερους ξένους η ομάδα!

Απογοητευμένη η Ταουγκρές δρομολογεί το Plan B. Λέγεται Άρβιντας Ματσιγιαούσκας…

Μπορεί να μην έφτασε ποτέ στο ζενίθ των δυνατοτήτων του, αλλά όχι, δεν προκαλεί εντύπωση. Προικισμένος με μια φαινομενική επαφή με το καλάθι και μια αλεγρία στο στιλ και τις κινήσεις, που μεταφραζόταν σε ένα ανεξάντλητο ρεπερτόριο για να βρει διχτάκι, ήταν η επιτομή του γεννημένου σκόρερ.

Στον ημιτελικό του Ευρωμπάσκετ Εφήβων του 1998 η Ελλάδα ηττήθηκε από την Ισπανία 89-88 με καλάθι στην εκπνοή. Ο Διαμαντόπουλος έβαλε 34 απέναντι στους Ναβάρο, Ραούλ Λόπεθ, Καλδερόν, Καμπέθας και Ρέγες.

Στο νικηφόρο αγώνα του χάλκινου μεταλλίου με τη Λετονία σταμάτησε στους 38. Εκείνη η Εθνική είχε ρίξει 20 πόντους στη Σλοβενία των Νάχμπαρ, Μπετσίροβιτς, 15 στη Γαλλία του Πάρκερ και 10 στη Ρωσία του Κιριλένκο.

Ο μεγαλύτερος Έλληνας παίκτης που δεν είδε ποτέ ο κόσμος στο top επίπεδο

Στο Παγκόσμιο του ’99 η Ισπανία είχε ενισχυθεί και με τον Γκασόλ, κατακτώντας τον τίτλο με νίκη επί των ΗΠΑ στον τελικό. Ηττήθηκε στο τουρνουά μόνο από την Ελλάδα (68-78), χάρη στα 5 τρίποντα και τους 25 πόντους του Διαμαντόπουλου.

Τη σεζόν 2002-03 η Α1 έχει ύστερα από 11 χρόνια ξανά Έλληνα πρώτο σκόρερ. Ο Διαμαντόπουλος «γράφει» 26,5 πόντους (56% στα δίποντα, 35% στα τρίποντα και 80% στις βολές), τον υψηλότερο μέσο όρο που έχει πιάσει Έλληνας έως και σήμερα μετά τους 38,6 του Νίκου Γκάλη τη σεζόν 1991/92.

Κατά τη διάρκεια της σεζόν δεν πέφτει καρφίτσα στο κλειστό της οδού Αρτάκη, για χάρη του γεμίζουν και τα γήπεδα που φιλοξενείται ο Πανιώνιος, ενώ ομάδες του NBA παρακολουθούν στενά την εξέλιξη του. Φημολογείται ότι ενδέχεται να βρεθεί ακόμα και στον 1ο γύρο των draft σε μια εποχή που για κάθε Ευρωπαίο ήταν εξαιρετικά δύσκολο κάτι τέτοιο, αλλά αποφασίζει να μην θέσει υποψηφιότητα.

Είχε δεχτεί ηγεμονική πρόταση για τετραετές συμβόλαιο από την Κίντερ Μπολόνια. Ο Σέρτζιο Σκαριόλο είχε τηλεφωνήσει στον ατζέντη του, εξηγώντας του ότι τον ήθελε για αντικαταστάτη του Μανού Τζινόμπιλι, που μόλις είχε φύγει για το NBA! Αυτή η ευκαιρία δεν χάθηκε εξαιτίας του. Λίγες ημέρες μετά τη συμφωνία, η Κίντερ χρεοκόπησε και υποβιβάστηκε, λόγω οφειλών στον Σάνι Μπετσίροβιτς.

Ο μεγαλύτερος Έλληνας παίκτης που δεν είδε ποτέ ο κόσμος στο top επίπεδο

Τη λύση φάνηκε να δίνει ο Θανάσης Γιαννακόπουλος. Οι δύο πλευρές έδωσαν προφορικά τα χέρια, αλλά ο Ομπράντοβιτς το είχε κρατήσει μανιάτικο για εκείνο το «όχι» του ’99. Ήταν η μοναδική επίμονη άρνηση του Σέρβου σε ένα μεταγραφικό αίτημα του Θανάση. Προς τέρψιν του Κώστα Χατζηβρέττα, που φόρεσε τελικά τα πράσινα αντί του Διαμαντόπουλου.

Τότε εμφανίστηκε στο προσκήνιο ο Ολυμπιακός. Τo timing όμως για να παίξει στην πρώτη μεγάλη ομάδα της καριέρας του δεν είναι καθόλου ευνοϊκό.

«Η ομάδα έπαιζε στην Ευρωλίγκα, ήξερα όμως μέσα μου ότι οι συνθήκες δεν ήταν ιδανικές. Έβλεπα την κατάσταση και αναρωτιόμουν πως θα ταιριάξουμε όλοι μαζί, αφού είχαμε μαζευτεί πολλοί παίκτες με ίδιο στυλ παιχνιδιού, όπως ο Λιαδέλης και ο Γκόρενς. Χαμός. Ήθελες 50 μπάλες», έχει δηλώσει σε συνέντευξη του.

Πράγματι εκείνος ο Ολυμπιακός έπασχε σε χημεία, τερμάτισε 8ος, ηττήθηκε στον τελικό κυπέλλου από τον Άρη και με 2-0 από τον Παναθηναϊκό (οριακά πάντως και στα δύο ματς) στον πρώτο γύρο των πλέι-οφ. Ο Διαμαντόπουλος είχε κλειστό διετές συμβόλαιο, αλλά στο τέλος της σεζόν έκανε το μεγαλύτερο, όπως έχει δηλώσει, λάθος της ζωής του.

Ο μεγαλύτερος Έλληνας παίκτης που δεν είδε ποτέ ο κόσμος στο top επίπεδο

Ο Σωκράτης Κόκκαλης, αυτοπροσώπως, του έκανε έκκληση να μείνει, ο Διαμαντόπουλος όμως είχε περάσει πολύ άσχημη χρονιά με τον Ντράγκαν Σάκοτα, ο ψυχισμός του ήταν περίεργος και οι Σειρήνες από «Πλατεία» μεριά ξανά ερέθισαν το ρομαντισμό του.

Σε μια νέα απόφαση καρδιάς, έσπασε το συμβόλαιο του με τον Ολυμπιακό και επέστρεψε στον Πανιώνιο, λίγους μήνες αφότου χάλασε το περιγραφόμενο ως «τελειωμένο» deal με την Μπαρτσελόνα. Ο Σβέτισλαβ Πέσιτς τον ήθελε για αντικαταστάτη του Ρότζερ Γκριμάου, που είχε σπάσει το πόδι του. Το συμβόλαιο θα ήταν διάρκειας 2,5 ετών και οι ερυθρόλευκοι θα έπαιρναν καλά χρήματα από τους Καταλανούς για την αποδέσμευση του.

Ο μεγαλύτερος Έλληνας παίκτης που δεν είδε ποτέ ο κόσμος στο top επίπεδο

Την τελευταία στιγμή όμως ο Πέσιτς έκανε πίσω λόγω… Πάτρικ Φέμερλιγκ. Λίγο καιρό πριν η Μπάρτσα είχε πάρει τον Γερμανό από τον Ολυμπιακό και είχε ταλαιπωρηθεί μέχρι να τελειώσει η δουλειά.

Ο παίκτης που είχε αρνηθεί τον Παναθηναϊκό του Ομπράντοβιτς, την Ταουγκρές του Ιβάνοβιτς και τον Ολυμπιακό του Κόκκαλη, που είχε κλείσει τα αυτιά του στις Σειρήνες του NBA και είχε επιλεχθεί ως αντι-Τζινόμπιλι στην Μπολόνια και ως alter ego του Χουάν Κάρλος Ναβάρο στην Μπαρτσελόνα, τα είχε κάνει όλα αυτά έως τα 24 χρόνια του!

Κάπου εκεί η κλεψύδρα των ευκαιριών άδειασε. Πόσες τέτοιες μπορεί να έχει ένας άνθρωπος για να διαπρέψει στον τομέα του;

Άτυχος, αιθεροβάμων, αλλά και αντισυμβατικός όσο λίγοι. Μάλλον όσο κανείς του σιναφιού του. Δεν λογάριαζε πολλά-πολλά μπροστά σε αυτό που θεωρούσε δέον, η διπλωματία του ήταν άγνωστη λέξη. Όπως όταν πλακωνόταν με τον Σούμποτιτς, απαιτώντας να παίζει στον Πανιώνιο ο Παπαλούκας. Ή όταν γινόταν κόκκινο πανί για την ΕΟΚ, λόγω της οργισμένης απαίτησης του να αγωνιστούν όλοι οι διεθνείς στο μικρό τελικό του Ευρωπαϊκού Εφήβων το ’98, προκειμένου να εισαχθούν λόγω μεταλλίου στις Πανεπιστημιακές Σχολές.

Φτου και απ’ την αρχή, τη σεζόν 2004-05 φόρτωνε ξανά τα αντίπαλα καλάθια με τη φανέλα του Πανιωνίου. Με συμπαίκτες τους Οικονόμου, Σιγάλα και Περπέρογλου, οι κυανέρυθροι ήταν η μοναδική ομάδα που στα πλέι-οφ έκανε δύο νίκες κόντρα στον Παναθηναϊκό, χάνοντας στους ημιτελικούς με 3-2.

Ο μεγαλύτερος Έλληνας παίκτης που δεν είδε ποτέ ο κόσμος στο top επίπεδο

Έκτοτε τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Ο Πανιώνιος διαλύθηκε και ο Διαμαντόπουλος, που στο μεταξύ έμεινε ελεύθερος, διαγνώστηκε με σοβαρό πρόβλημα στη μέση. Η μαγνητική «έδειξε» τουλάχιστον διετή αποχή από την ενεργό δράση, αλλά αυτός, κυνήγησε τους ανεμόμυλους του για 12 χρόνια ακόμη, σαν ένας σύγχρονος Δον Κιχώτης με σορτς και φανέλα.

Έχοντας και τη φήμη του απείθαρχου σε παρκέ και αποδυτήρια – και με το πρόβλημα υγείας να του απαγορεύει τη σκληρή προπόνηση – η καριέρα του πήρε ανεπιστρεπτί την κάτω βόλτα.

Έπαιξε σε μικρές ομάδες της Ιταλίας (Ροζέτο), της Ισπανίας (Πάλμα Άκουα) και στη Ρωσία, κατακτώντας με τη Σαμάρα το Γιούροκαπ Τσάλεντζ το 2007. Ακολούθησε ο Κολοσσός (2007-08) και το Μαρούσι (2008-10), προτού συμβιβαστεί με επιλογές που τροφοδοτούσαν αποκλειστικά την αγάπη του για το μπάσκετ και ουδόλως τις φιλοδοξίες που θα συνόδευαν το αστείρευτο ταλέντο του.

Εξαίρεση η σεζόν 2014/15, που επέστρεψε στον Πανιώνιο για έναν τελευταίο χορό, τον οποίο δεν αφέθηκε όμως να χορέψει. Ήταν μια χαώδης χρονιά για το σύλλογο σε όλα τα επίπεδα – διοικητικό και αγωνιστικό – που κατέληξε στον υποβιβασμό στην Α2.

Ο μεγαλύτερος Έλληνας παίκτης που δεν είδε ποτέ ο κόσμος στο top επίπεδο

Ο Διαμαντόπουλος πέρασε και δεν ακούμπησε, οι ίδιοι που τον έφεραν πίσω δεν του έδωσαν χρόνο συμμετοχής, μολονότι η ομάδα παρέπαιε. Το φινάλε του με την ομάδα της Νέας Σμύρνης ήταν από αυτά που αφήνουν για πάντα πικρία στη μία πλευρά και χαράζουν μια μεγάλη  ανορθογραφία στην ιστορία της άλλης…

Οι τελευταίοι σταθμοί της καριέρας του ήταν οι Παπάγου, Ερμιονίδα Αργολίδας και τα Χανιά, αποσύρθηκε ως παίκτης Γ’ Εθνικής το Σεπτέμβριο του ’17, σε ηλικία 37 ετών. Ήταν η διαφορετικότητα στην αντίληψη, η αντιδραστικότητα, οι λάθος επιλογές ή πάνω απ’ όλα η ατυχία; Ήταν όλα αυτά μαζί για τον φανατικό Αρειανό, που μεγάλωσε σε οικογένεια «άρρωστων» Παναθηναϊκών και λάτρεψε παθολογικά τον Πανιώνιο…

Ο άνθρωπος που αποπειράθηκε να καταρρίψει το στερότυπο που έχουμε στο μυαλό μας για τον επαγγελματία αθλητή, αποχώρησε τελικά νικημένος από τον ίδιο τον επαγγελματισμό. Με τη στάμπα του «αυτοκαταστροφικού». Ως ο σπουδαιότερος Έλληνας παίκτης που δεν είδε ποτέ ο κόσμος στο υψηλότερο επίπεδο. «Απρόθυμος» να αγγίξει το ταβάνι του και να πετύχει αυτά που όριζε το μέγεθός του.

Αλλά και με την ηθική ικανοποίηση, στο τέλος της μέρας, του ανθρώπου που τα έκανε όλα με το δικό του τρόπο. Έστω κι αν αυτός ο τρόπος ήταν απόλυτα ασύμβατος με τους κανόνες του παιχνιδιού…