Game of Thrones, The Bells: Πέφτει φωτιά απαλά, οι καμπάνες ηχούν θάνατο

Μια βδομάδα τώρα καθόμασταν και συζητούσαμε για την πιθανότητα να μην πέθανε ο δράκος ή να υπάρχουν κι άλλοι δράκοι. Γινόντουσαν σενάρια επί σεναρίων για το τι θα συμβεί στο πέμπτο επεισόδιο του Game of Thrones και πόσο περήφανα θα γίνει βασίλισσα η Ντενέρις.

Και φτάνει το 5ο επεισόδιο, τιτλοφορούμενο The Bells, και σκέφτομαι μέσα μου «καμπάνες, άρα ή πολύ χαρμόσυνα γεγονότα ή πολύ πένθιμα». Τα πολύ πένθιμα ήρθαν τελικά, αλλά με έναν τρόπο που σε κάνει να μένεις, να στέκεσαι και να αναρωτιέσαι. Να αναρωτιέσαι αν αυτός στον οποίο απευθύνεσαι έχει δει το επεισόδιο. Όπως αναρωτιέμαι εγώ για σένα.

Αν είσαι πάνω από 18 πάτα Ναι. Αν δεν το έχεις δει πάτα το κουμπί και φύγε γιατί εγώ δεν κάμω spoiler.

Ένας μονόλογος αλά Θίοντεν στη μάχη του Helm’s Deep μου βγαίνει. «Πώς φτάσαμε ως εδώ; Τόσο ανυπολόγιστο μίσος. Οι μέρες πήραν την κάτω βόλτα, κατέληξαν στη σκιά». Οκ, αποτυχημένη οντισιόν αυτή, αλλά είναι μια πραγματικότητα.

Η Ντενέρις κατέλυσε κάθε λογική, κατήργησε κάθε πιθανό κι απίθανο. Πολύ περισσότερο τελείωσε κάθε πιθανότητα της να γίνει βασίλισσα. Γιατί κι η δική της θέση επισφαλής θα είναι και θα κρατήσει πολύ λιγότερο από της Σέρσεϊ. Τώρα πια δεν έχει κανένα σύμμαχο. Μόνο τον δράκο και τον στρατό της. Θα έλεγε κάποιος ότι αυτοί αρκούν. Όχι. Γιατί το Game of Thrones έχει δείξει ότι αν δε μάχεσαι για ένα ιδανικό, τότε θα χάσεις για πάντα αυτό για το οποίο μάχεσαι.

Προσπαθούσαν ματαίως ο Βάρυς και ο Τύριον από το προηγούμενο επεισόδιο να την πείσουν να μην επιτεθεί τυφλά. Απέτυχαν. Όμως και πάλι η Ντενέρις είχε όλο το δίκιο με το μέρος της. Σκότωσαν τον δράκο της, σκότωσαν τη Μισάντεϊ. Όλα ήταν αποδεκτά και στο μέσα της και στο πως ήθελε να τα χρησιμοποιήσει ως δράση προς τα έξω της.

Όλα θα της συγχωρούνταν και ο λαός θα την αποδεχόταν ως βασίλισσα. Με φόβο στην αρχή, ναι. Αλλά και με το επιχείρημα ότι «αφού σας έδειξα έλεος, σημαίνει πως μπορώ να κυβερνήσω με σεβασμό κι ευγένεια». Όλα φάνηκαν από την αρχή. Θα μπορούσε να είχε φυλακίσει τον Βάρυς. Θα μπορούσε απλά να του καρφώσει ένα σπαθί. Θα μπορούσε να τον αποκεφαλίσει έστω. Όχι.

Η Ντενέρις προτίμησε να τον τυλίξει με τις φλόγες του Ντρόγκον. Σαν να φώναζε προς το νεκρό Τζόρα «άδικα πέθανες για να με σώσεις, θα ατιμάσω τη θυσία σου μέχρι εκεί που δεν πάει». Κι αφού δεν έδειξε ίχνος ανθρωπιάς, ελέους, λογικής απέναντι στον μέχρι πρότινος πιστό της σύμβουλο, τι μας έκανε να πιστεύουμε ότι θα το κάνει σε ανοιχτή μάχη απέναντι στους αμάχους;

Εδώ ενώ ξέρει ότι είναι θεία του Σνόου, επιμένει να τον ξεμοναχιάζει και να του δίνει γλωσσόφιλα. Aunt blackmails nephew for sex η φάση.

Έχει κάνει λοιπόν την ανατροπή, έχει δείξει τα κότσια της ως όψιμη βασίλισσα, παίρνοντας τον Ντρόγκον και καταστρέφοντας τον Σιδηρούν Στόλο και τις πολεμίστριες γύρω από το King’s Landing και κάπου εκεί εισβάλλει η σκέψη ότι τώρα που δεν έχει τίποτα να φοβάται, τώρα που έχει το πάνω χέρι, θα γίνει κάπως ελαστική και θα δώσει μια ακόμα ευκαιρία στην Σέρσεϊ να παραδώσει το θρόνο. Ή, έστω, θα επικεντρωθεί σε αυτήν και θα πάει να τη σκοτώσει.

Game of Thrones, The Bells: Πέφτει φωτιά απαλά, οι καμπάνες ηχούν θάνατο

Ούτε εδώ κάνει το προσδοκώμενο η Ντενέρις. Ο στρατός έχει παραδοθεί, ο λαός ετοιμάζεται να της υποκλιθεί, οι καμπάνες ηχούν υποταγή κι εκείνη ανένδοτη. Θα τους κάψει όλους για να μη μείνει κανείς να την υπακούει από φόβο. Να μη μείνει κανείς να μεταφέρει τις ιστορίες των πεπραγμένων της και να παράγει αμφισβητίες. Όλα από την αρχή. Σε τι διαφέρει η Ντενέρις από τον Thanos άραγε;

Είναι χαρακτηριστική κιόλας η σκηνοθετική προσέγγιση. Λίγο πριν παλαβώσει τελείως και γίνει Mad Queen, η κάμερα εστιάζει πάνω της καθώς βλέπει το στρατό και το βασίλειο συλλήβδην να της παραδίνονται. Το βλέμμα της υπόσχεται με μια φαλκίδευση προφανώς την ικανοποίηση της νίκης. Όχι όμως. Η ικανοποίηση θα έρθει μόνο αν διαλυθούν όλα. Από κείνο το σημείο και μετά η κάμερα την δείχνει ελάχιστα κι αυτό σε μακρινή λήψη. Η Ντενέρις πάνω στον δράκο.

Αυτό ίσως να συμβαίνει γιατί δεν θέλουν να έρθει ο θεατής σε επαφή με τον ψυχικό της κόσμο όπως αποτυπώνεται στο βλέμμα της. Δεν θέλουν να δει ο δεμένος θεατής με την βασίλισσα Καλίσι τη μεταμόρφωσή της από πονόψυχη βασίλισσα σε μια αδίστακτη κι ανηλεή γυναίκα που δεν σταματάει ούτε εκεί που της υποκλίνονται.

Στο τέλος, έχει παραμείνει μια καμμένη πόλη. Ερείπια. Με τίποτα τόπος που αξίζει να τον βασιλεύσεις. Κι αυτό έχει την αξία του για το μεγάλο φινάλε του Game of Thrones. Το μεγάλο σοκ από τη στάση της Ντενέρις και το πως αυτή «εκχωρήθηκε» στον Γκριζοσκώληκα και τους Άσπιλους και τους Ντοθράκι, μας τυφλώνει από τα έξυπνα αφηγηματικά στοιχεία του υπόλοιπου επεισοδίου.

Game of Thrones, The Bells: Πέφτει φωτιά απαλά, οι καμπάνες ηχούν θάνατο

  • Ο Τύριον που συνειδητοποιεί ότι ο Βάρυς είχε απόλυτο δίκιο και θεωρεί εαυτόν υπαίτιο. Η στιγμή που περπατάει στα διαλυμένα τείχη και βλέπει γύρω του τον όλεθρο που προκάλεσε η Ντενέρις είναι το δικό του μαρτύριο. Μένει να φανεί αν ήταν και ένα έσχατο καθαρτήριο. Η Ντενέρις πάντως τον προειδοποίησε με μπόλικο μίσος. Άλλη αποτυχία δεν θα του επιτραπεί.
  • Ο Τζον Σνόου τη στιγμή που βλέπει την αδικαιολόγητη σφαγή. Όσο κι αν προσπαθεί να δικαιολογήσει την Καλίσι μέσα του, από ένα σημείο και μετά είναι ανέφικτο. Στην αρχή αρνείται να συνεχίσει την επίθεση. Μετά αναγκάζεται αφού η δράση προκαλεί την αντίδραση των παραδομένων. Εν τέλει, κι αφού έχει σκοτώσει έναν της δικής του μεριάς επειδή πήγε να βιάσει μια γυναίκα, καλεί σε υποχώρηση τους πιστούς σε εκείνον.
  • Οι δύο ζευγαρωτοί θάνατοι. Η Σέρσεϊ και ο Τζέιμι, οι αδερφοί Κλιγκέιν. Ήταν δεδομένο πως η Σέρσεϊ θα πεθάνει. Αυτό που πήγαινε να ανατραπεί ήταν το μέλλον του Τζέιμι. Ίσως η Μπριέν να λειτουργούσε σαν μια κολυμπήθρα του Σιλωάμ. Φευ…Έπρεπε να πεθάνουν και οι δύο και να πεθάνουν μαζί. Με αυτόν τον τρόπο θα ερχόταν η ολοκληρωτική τους κάθαρση ως χαρακτήρες. Κι ίσως αυτό να ήθελαν να πετύχουν οι σεναριογράφοι. Το κοινό να νιώσει έστω και στο τέλος το αρχαιοπρεπές έλεος.  Από την άλλη, ο Σάντορ και ο Γκρέγκορ επίσης μόνο μαζί θα τελείωναν. Ο ένας είχε τον απέθαντο, ο άλλος αποζητούσε τον θάνατο από καιρό. Αλλά δεν έβρισκε τη στιγμή που θα άξιζε να πεθάνει, που θα φαινόταν χρήσιμος ως νεκρός. Αυτή εμφανίστηκε όταν ο Mountain πήγε να τον κάνει Όμπεριν Μαρτέλ.
  • Η σωτηρία της Άρυα από τον Hound. Όπως έγινε και με τον Μπέρικ στο 3ο επεισόδιο, έτσι και ο Hound πέθανε αφού πρώτα είχε σώσει την Άρυα. Γιατί περί σωτηρίας πρόκειται. Αν η Άρυα σκότωνε την εγκυμονούσα Σέρσεϊ θα είχε σκοτώσει μια αθώα ζωή. Έστω και με αυτόν τον τρόπο μπόρεσε να διαφύγει από το έγκλημα απέναντι στον εαυτό της. Κι έδωσε στον Hound την ευκαιρία για να πεθάνει προς όφελος κάποιου άλλου.

Αν σου άρεσε πάτα