«Τσέρνομπιλ» και «Δουνκέρνη» μαζί: Η ταινία που ανεβάζει τον πήχη και τις προσδοκίες στα ύψη (Vid)

Το βλέπεις και έχεις την αίσθηση πως βλέπεις το Chernobyl στο HBO. Η αισθητική είναι σχεδόν ίδια. Μετά παρατηρείς την επένδυση στον ήχο και την πλαισίωση της κάθε σκηνής και νομίζεις ότι βλέπεις ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν.

Αν λοιπόν συζεύξει κανείς τα καλύτερα στοιχεία από τα δύο, τότε έχει το Greyhound, μια ταινία πολεμικού περιεχομένου που γράφτηκε από τον Τομ Χανκς, με πρωταγωνιστή τον ίδιο, και σκηνοθέτη τον Άαρον Σνάιντερ, η επιλογή του οποίου ξένισε αρκετά. Προσωπική επιλογή του Χανκς, ο Σνάιντερ έχει να σκηνοθετήσει ταινία από το 2009 και βγήκε από τη ναφθαλίνη για ένα πρότζεκτ που θεωρητικά έπρεπε να αφεθεί σε χέρια άλλων σκηνοθετών.

Εν τέλει, το γεγονός ότι ο Σνάιντερ δεν έχει το ίδιο εκτόπισμα με άλλους, επέτρεψε στην ταινία να παρουσιαστεί ως αυτό που είναι, δηλαδή ένα ηρωικό έπος και όχι να επιχειρηθεί κάποιο φτιασίδωμα με σκηνοθετικά οράματα και τα συναφή.

Πρόκειται για μία ιστορία βασισμένη σε αληθινά γεγονότα του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Τομ Χανκς έχει τον κεντρικό ρόλο ενός καπετάνιου που καλείται να οδηγήσει το πλοίο και το πλήρωμα του μέσα από μανιασμένες θάλασσες και με υποβρύχια τορπιλικά να βρίσκονται διάσπαρτα γύρω του.

Έχοντας την εμπειρία από τόσες ταινίες επιβίωσης, είτε ατομικές είτε συλλογικές (Saving Private Ryan, Ναυαγός, Captain Philipps, Sully, Bridge of Spies), ο Τομ Χανκς παραδίδει πρωτίστως σεναριακά και εν συνεχεία ως πρωταγωνιστής μια από τις ταινίες που θα έχουν θέση στις κορυφαίες θέσης των war epics σε μερικά χρόνια.

Μπορεί να κυκλοφόρησε σε μια εποχή σκιάς ως προς τα κινηματογραφικά, μπορεί να μην είχε τη φήμη του Dunkirk ή του 1917, όμως το Greyhound έχει μέσα στις 2 και κάτι ώρες διάρκειας του εικόνες κινηματογραφικού μεγαλείου σε ό,τι αφορά τις σκηνές που κορυφώνεται η ένταση, τις σκηνές σε ένα υγρό πεδίο μάχης, όπου ο βαθμός δυσκολίας είναι πολύ μεγαλύτερος.

Κι ενώ μπορούμε να πούμε με παρρησία ότι όντως το Greyhound έχει υψηλές προδιαγραφές, μας δίνει να κατανοήσουμε και πως ταινίες αυτού του είδους είναι προορισμένες για μια εμπειρία κινηματογραφικής αίθουσας και ίσως να μην γίνουν ποτέ συμβατές με το τηλεοπτικό πεδίο.

Αυτό το καταγράφουμε καθώς είναι σημαντικά χαμηλές οι βαθμολογίες στις ιστοσελίδες κοινού και κριτικών δεδομένου του epicness της. Πού οφείλεται αυτό για μια ταινία με πρωταγωνιστή τον Τομ Χανκς, με τόσες στιγμές που σου σηκώνεται η τρίχα από την αγωνία, με λήψεις πανοραμικές που στήνουν απόλυτα ένα πεδίο θαλάσσιου τρόμου; Σε αυτό ακριβώς. Τους περιορισμούς που έχει μια ατομική θέαση σε ένα μικρότερης εμβέλειας μέσο.

Είναι αυτό και το σημείο που αποκαλύπτει το πόσο καλή ταινία για το είδος της είναι. Καταφέρνει να σταθεί σε μια χορεία σημαντικών πολεμικών ταινιών από ένα διαφορετικό και πιο περιορισμένο μετερίζι.